Δώρα Κασκάλη – Τρία ποιήματα

dwra_kaskali

Savoir vivre

 

Οι χορτασμένοι

μας καθίσανε σε γιορτινές ροτόντες

μιλούσανε περίλυπα

για την κακή μας μοίρα

καπνίζανε και πίνανε  με πληγωμένο βλέμμα

κοιτάζοντας μάλλον λοξά τα μαυρισμένα νύχια μας

 

Συσκέπτονταν με δημοκρατικές και ανοιχτές διαδικασίες

για το καλό το μέλλον μας

για τη μικρή ζωή μας

την άχαρη που στήνεται με τις πρησμένες φλέβες

στις ουρές του ΟΑΕΔ

για μια ελεημοσύνη

 

Οι χορτασμένοι

μας κοιτούν και με κομψές κινήσεις

μας δείχνουν πώς κρατούν

πιρούνι και μαχαίρι

πάνω από τα πιάτα μας

που χάσκουν

άδεια μάτια

 

 

Ηλεκτρικές κεφαλές

 

ΟΙ ηλεκτρικές κεφαλές βγαίνουν τα βράδια.

Κυκλοφορούν και τη μέρα

αλλά τις αντιμάχεται το φως το αστικό

απορροφά τη γαλαζωπή τους λάμψη

και την διαθλά εξαχνωμένη

πάνω σε σκεβρωμένες πολυκατοικίες

σε μπλοκ εργατικών κατοικιών

σε άδεια καταστήματα με το πολύχρωμο

κολλάζ των αφισοκολλητών στις προσόψεις τους.

 

Μιλούν στα μπαρ

για μόδα για σχέσεις για πράγματα

του συρμού.

Μιλούν μεταξύ τους

με νοήματα όλο νόημα

στην αγκαλιά ενός φανταχτερού εσμού.

Εκπέμπουν τίτλους ρομάντζων

επιγράμματα ειδήσεων εξωφρενικών

δίστιχα εγνωσμένων ποιητών

που αγαπούν τους εναγκαλισμούς

με θώκους κι αξιώματα.

 

Οι ηλεκτρικές κεφαλές σε χρόνο πραγματικό

βιώνουν τον έρωτα τον εξωπραγματικό.

Σε γραφεία καθίζουν τις πιο

προσωπικές παρορμήσεις τους

στέκονται στα παράθυρα και

τσιτσιδώνουν την ψυχή τους χωρίς ντροπή.

Μια νέα ιδιωτικότητα ανατέλλει

απενοχοποιημένη εξομολογητική.

 

Αυτές τις μεταμυθικές μέρες

οι μόνοι άνθρωποι που μετράνε είναι εκείνοι

που δεν είναι πια άνθρωποι.

 

 

Λεξιμαχία

 

Αφήνουμε τα ονόματά μας και πάμε.

Αξημέρωτα σκουπίζουμε τους νοτισμένους δρόμους με τις φοβισμένες σκιές μας.

Αφήνουμε διπλωμένες τις συνειδήσεις μας στο κάτω συρτάρι.

Αξημέρωτα στοιβάζουμε τα κορμιά μας σε λεωφορεία γεμάτα πολύχρωμα χνώτα. Και πάμε. 

Αφήνουμε τ’ ανομολόγητα ανάμεσα σε εσώρουχα που μυρίζουν λευκαντικό και συνθετικά άνθη πασχαλιάς.

Αξημέρωτα αποστρέφουμε το βλέμμα από τις ανήλικες αφρικανές πόρνες που κάνουν το τελευταίο μεροκάματο με ξηλωμένα μάτια και φαγωμένα δαντελένια κορμάκια.

 

Κρεμάμε τα ονόματά μας στον καλόγερο δίπλα απ’ την εξώπορτα, για να τα βρούμε καθαρά και ατσαλάκωτα. Στο εδώ.

Πάμε. Στο εκεί.

Καρφώνουμε τις λέξεις, χλωμά ξυλιασμένα κορμιά, πάνω σε λευκά χαρτιά με προστακτικά ονόματα «Υπηρεσιακό σημείωμα», «Ενδουπηρεσιακό έγγραφο». Είμαστε ο κύριος Τάδε, Τμηματάρχης Α, Β ή Γ. Οι λέξεις έχουν άλλη γεύση στο στόμα. Εκεί. Έχουν μια πολύ προσωρινή μνήμη που τις βαραίνει, όσο διαρκούν οι τρεις παράγραφοι του «άκρως εμπιστευτικού υπο-υπηρεσιακού εγγράφου». Η στολή εργασίας, αντίθετα, έχει μια μόνιμη μνήμη ήττας.

 

Αργά επιστρέφουμε.

Ξαπλώνουμε τα ονόματά μας σε βαθουλωτούς καναπέδες

και περιμένουμε να κλέψουν μια αδιόρατη λάμψη από τις λαμπιρίζουσες τηλεοράσεις

που πιάνουν βάρδια.

Κοιμόμαστε τις αλαφιασμένες συνειδήσεις μας

σε κρεβάτια που υπόσχονται αισθαντικά ενύπνια.

Δίπλα στο νυχτερινό ποτήρι

ένα τσαλακωμένο βιβλίο μουρμουρίζει τις ποιητικότερες λέξεις

που καταχωνιάζουμε αξημέρωτα

στο καλάθι με τ’ ακάθαρτα της εβδομάδας.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: