Απόστολος Θηβαίος – Βιομηχανική σύνθεση

thivaios

Αφιερωμένο στο Μίλτο, στον Επαμεινώνδα,

Στους αόρατους εξεγερμένους και βεβαίως,

Τους μελετητές των συμπεριφορών

Της πεταλούδας

 

 

«ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ»

 

«Μέσα σε κλουβιά ήταν πεταλούδες.» Η βιομηχανική όμως, κατασκευή από χάλυβα και ερυθρό υαλί, επρόκειτο να εκτεθεί στη φετινή βαβυλωνία των Αθηνών. Προέκυψαν δυσκολίες, το εγχείρημα ίσως θα ματαιωνόταν αν δεν συνέρρεαν στην πόλη κλιμάκια σπουδαίων μηχανικών με ακαδημαϊκές πρωτοκαθεδρίες και διακρίσεις στον τομέα τους. Τέλως πάντων, η μεγάλη, σιδερένια πεταλούδα στάθηκε στον άμβωνα και είχε μια πλαστικότητα τέτοια που έλεγες πως τώρα θα πετάξει, καθώς τον Αύγουστο και όχι τυχαία αφού «κάθε χρόνο κατά το μήνα Αύγουστο, εισβάλλει στο πραύλιο του Μοναστηριού του Πόρου, η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού.»

Καταφτάνουν ειδικοί και φωτογράφοι της Σχολής Καλών Τεχνών του Βερολίνου, ο κύριος καθηγητής επισημαίνει πως τίποτε δεν θα γινόταν δίχως τη σύμπραξη όλων και η λεζάντα της εφημερίδος που ετοιμάζεται να πετάξει πέρα μακριά από το κιόσκι της πλατείας στο ρυθμό του ευγενικού ανέμου, υποδεικνύει κάτι μελαγχολικά παιδιά που επιθυμούν να αγκαλιάσουν με τη γύμνια τους τις οξύτατες και υπερμεγέθεις αρθρώσεις της βιομηχανικής πεταλούδας. Εντούτοις αντιστέκονται και ας έχουν μεγάλα δάκρυα, σαν βρόχινα νερά, αντιστέκονται και δεν υποκύπτουν, γιατί θυμούνται με νοσταλγία τον καιρό εκείνο που «πλήρωνες δυο τάλαρα και τους χάιδευες τα φτερά και έμενε μια νυχτιά στην παλάμη σου, η σφραγίδα του βελούδου τους, τα ωραία τους μαύρο- κίτρινα χρώματα και μια μυρωδιά γύρης μεθυστική.» Μόνον παρακαλούν πως ετούτοι οι καιροί θα σωθούν γρήγορα και ύστερα θα βάψουν την κατασκευή, τι υπέροχη μέρα θα είναι εκείνη, με το κατακόκκινο αίμα του λαγού, θα βάψουν την πεταλούδα και γυμνοί, σε τούτο επιμένουν, δίχως να τρέμουν την αποκάλυψη, εκείνοι, κατάσκοποι του Θεού θα ανάψουν φωτιές εκεί που έζησε κάποτε η μεταλλική πεταλούδα και θα κάψουν με μίσος τα επιστημονικά βιβλία, θα βάλουν φωτιά ίσαμε την άκρη της πόλης και θα γκρεμιστούν οι σκαλωσιές και οι ορίζοντες. «Επιτέλους», θα αναφωνήσουν, «μπορούμε να πεθάνουμε νέοι, ωραίοι και λυπημένοι!

«Τα παιδιά προσπαθούν να την πιάσουν, αλλά δεν το κατορθώνουν, είναι η Αγία Πεταλούδα του Μοναστηριού του Πόρου, πετάει από πέτρα σε πέτρα μόνο για λίγες μέρες» και τα παιδιά λυπούνται, όπως λυπηθήκατε και εσείς όταν τελικά ακυρώθηκαν όλα.  Οι μυθωδίες του Σαρτρ, ο τόσος ερωτισμός, η καλλιτεχνική αξία του περιοδικού PlayBoy, τα ταξίδια στο Παρίσι και τα στέκια της μποέμικης ζωής σας. Τα παιδιά λυπούνται με ένα χαμόγελο κακό και απαίσιο, γιατί επιτέλους οι πολυπόθητες διαψεύσεις επετεύχθησαν και τώρα ο παλαιός καιρός θα αναχωρήσει φορτωμένος στη ράχη της μεγάλης, μεταλλικής πεταλούδας, μια πρωτοπορία επιστημονική η όψη της πεταλούδας, ολοκληρώθηκαν οι εποχές γράφουν τα πρώτα συνθήματα, στους ακραίους σταθμούς φτάνουν ανταποκρίσεις για στρατιώτες που αφήνουν ολοκληρωτικά τον οπλισμό τους. Ολοκληρωτικά σημαίνει να ακούς και να βλέπεις με τη γλώσσα και έτσι να πραγματώνεται ο κόσμος. Όσοι σχεδίαζαν να επισκεφτούν την έκθεση, φορούν τα άγρια, παλιά μάτια, τα δόντια τους αιχμηρά ψηλά στο πρόσωπο, απόψε όλα τεμαχίζονται Μίλτο, Επαμεινώνδα της Κηφισιάς.

Θυμούνται. «Έρχονταν από μακριά, μόνο και μόνο για να αγγίξουν τα πλατιά, πολύχρωμα εκείνα φτερά.Ύστερα τρύπωναν γύρω στα περιβόλια, κάθονταν κάτω από τις μηλιές», βρέχει ασταμάτητα σε όλο τον κόσμο, το νερό φτάνει με θόρυβο, λησμόνησα να σας επισημάνω πως ετούτη δεν είναι παρά η εποχή των θορύβων και των ταχυτήτων, εμείς γυμνοί και εσείς πεθαμένοι, σαν τα παλιά βιβλία που πρόκειται να τα κατασπαράξουν οι ίδιοι εχθροί, η ίδια υγρασία Χρήστο, τα ίδια ζωύφια Πέτρο, μια ίδια φωτιά Αλκμήνη, το ίδιο περιεχόμενο Λαμπρινή. Υφίσταται βεβαίως μια διάθεση αντιστασιακή, αλλά μάταια. «Ύστερα χάνεται για να ξαναεμφανιστεί πάλι τον άλλο Αύγουστο, η Αγία Μαύρη Πεταλούδια του Μοναστηριού του Πόρου.» Εμείς δεν ανησυχούμε όμως, γιατί έχουμε θανατώσει επιτέλους τους παλιούς, νωθρούς κλειδούχους του πασαγίου, υπ΄αριθμόν οκτώ, τους έχουμε θάψει ψηλά πάνω στις στέγες μας, λιπαίνουν τα μαγνητικά μας σήματα και έπειτα προβάλονται βεβαίως στους δέκτες μας, αλλά είναι τέλως πάντων θανατωμένοι ολότελα. Πάει να πει είναι τεμαχισμένοι και για όσους δεν πιστεύεται υφίστανται γδαρσίματα στους τοίχους και λίμνες από τα παρακλητικά τους δάκρυα, λίγο πριν το τέλος. Λίγο πριν το τέλος, «αδιαφορώντας για τα τραγούδια και τα καλέσματα των αμαξάδων, φιλούσαν, φιλούσαν με πάθος το χέρι τους που είχε αγγίξει την πεταλούδα.»

  Χρόνος άλλος δεν υπάρχει, μόνο κάθετες τομές και υπερηχητικά πρωινά των φωταγωγών και άνθρωποι αγοραίοι. Για αυτό δεν φοβόμαστε. Διότι εννοήσαμε οριστικά πως ευτυχία δεν είναι παρά μια δυστυχία που υπομένεται από αγάπη και καίγεται τώρα η μεταλλική πεταλούδα και ερυθρή, αποκτώντας υψηλές θερμοκρασίες, εφιαλτικές, μοιάζει με εκείνα τα σκιάχτρα που ύψωναν οι λατινοαμερικάνοι, εορταστές κτηματίες σε πανηγύρια με δωδεκαθεϊστικές καταβολές.Η πεταλούδα καίγεται Μίλτο, Επαμεινώνδα, θυμάστε;  Σηκωθείτε και κάψτε ξανά συγγράμματα, σπάστε τις κλειδωνιές στις αποθήκες με τα έργα που δεν υπάρχουν επειδή εκείνος ο ζωγράφος πέρασε οριστικά στην ευγενική τάξη των θολών μορφών του Γουναρόπουλου. Το μόνο που μας προξενεί μια κάποια χαρά, ένας ας πούμε εγκατελειμμένο πια δισταγμό είναι πως «πιο πολύ στις γυναίκες άρεσε αυτή η διασκέδαση.» Παίρνουμε ανάσα και προβάλλουμε τους εαυτούς μας με αρνητικό φιλμ γιατί έτσι είναι τα είδωλά μας. Μας παρηγορεί που ο ποιητής εννοούσε τις μητέρες μας και τηρούμε μιας ζωής σιγή.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: