Στράτος Αμπατζής – Ο χρόνος της ανάγνωσης

stratos ampatzis

Στο έξοχο δοκίμιό του Ο σπάνιος αναγνώστης ο George Steiner σχολιάζει τον πίνακα του Chardin Le philosophe lisant (φιλόσοφος αναγιγνώσκων). Ένας άνδρας σκύβει ευλαβικά πάνω από ένα βαρύ πολυσέλιδο τόμο και απορροφάται στη μελέτη. Οι λεπτομέρειες είναι που κάνουν εδώ τη διαφορά∙  και καταρχάς η ενδυμασία: ο αναγνώστης φοράει μανδύα με γούνινη επένδυση και πλατύγυρο καπέλο. Μολονότι ο πίνακας απεικονίζει την ανάγνωση ως άσκηση ιδιωτικού χώρου, η αμφίεση είναι επίσημη, σχεδόν τελετουργική, λέει  o Steiner∙ προσιδιάζει περισσότερο σε δημόσια εμφάνιση. Το δεύτερο στοιχείο που προκαλεί την προσοχή είναι το ίδιο το βιβλίο ως αντικείμενο αναγνωστικής ηδονής.  Πρόκειται για έναν ογκώδη τόμο μεγάλου σχήματος, απ’ αυτούς που σίγουρα δεν καταναλώνονται ούτε στο κρεβάτι ούτε ξεφυλλίζονται στις αίθουσες των αεροδρομίων.   Έπειτα,  είναι η κλεψύδρα στα δεξιά του αναγνώστη. Ο Steiner μας καλεί να σκεφτούμε την κλεψύδρα ως σύμβολο του πεπερασμένου χρόνου της ανάγνωσης (και της ζωής) και ως υπαινικτική αντίστιξη στην αιώνια ζωή των βιβλίων: Όσο χρόνο και να δαπανήσει κανείς, τα αδιάβαστα βιβλία θα είναι πάντα απελπιστικά περισσότερα από τα διαβασμένα.

 

Ο βιβλιομανής διακατέχεται από αυτό ακριβώς το άγχος. Μόνο  μια σύντομη ματιά στη λίστα με τα 100 καλύτερα έργα όλων των εποχών, όπως ψηφίστηκε το 2002 από συγγραφείς από όλο τον κόσμο, αρκεί για να λούσει με κρύο ιδρώτα κάθε αδηφάγο αναγνώστη. Με έκπληξη ο τελευταίος διαπιστώνει ότι πρέπει να διανύσει ακόμη πολλά χιλιόμετρα στο στίβο της λογοτεχνίας για να κατακτήσει τα διαπιστευτήρια της αναγνωστικής επάρκειας. Μοναδικό αντίδοτο τότε προβάλλει η ταχύτητα της ανάγνωσης. Όπου το ιδανικό πηλίκο ορίζεται από το μέγιστο αριθμό σελίδων στον ελάχιστο δυνατό χρόνο.

 

Η ταχύτητα από μόνη της δεν είναι ένοχη. Ένα βίπερ, ένα αστυνομικό ή ένα κόμικς προσφέρεται να διαβαστεί με ταχύτητα, καθώς η πλοκή του κειμένου υπακούει στους ίδιους πάντα παραδοσιακούς κανόνες αρχιτεκτονικής. Όσοι έχουν εντρυφήσει στα αστυνομικά του Camilleri ξέρουν τόσο καλά τη συνταγή του Ιταλού συγγραφέα, ώστε διαβάζουν σχεδόν με κλειστά μάτια. Δεν υπαινίσσομαι ότι κάθε νέο βιβλίο είναι ρεπλίκα του προηγούμενου. Λέω, όμως, ότι το τελικό προϊόν είναι πάντα ένα μείγμα που προέρχεται από την εμμονική  συναρμολόγηση των ίδιων υλικών –σε διαφορετική μόνο δοσολογία: ο κοιλιόδουλος αστυνόμος Μονταλμπάνο που απολαμβάνει λουκούλλεια γεύματα παρά θιν’ αλός, τα τηλεφωνήματα και οι καβγάδες με τη σύντροφό του Λίβια, η μυστήρια νεαρή ύπαρξη που μπαίνει πάντα σαν σφήνα για να αποσυντονίσει τον ευάλωτο στους πειρασμούς αστυνόμο, οι πολλές παράλληλες ιστορίες που αρχικά μοιάζουν ασύμπτωτες αλλά κάπου προς το τέλος συγκλίνουν και διασταυρώνουν τις τροχιές τους στη λύση του μυστηρίου. Ο αναγνώστης δεν είναι ανάγκη να κρατάει γερά το τιμόνι∙ είναι η ατμόσφαιρα και το τέμπο της αφήγησης που χαρίζουν την αναγνωστική απόλαυση και όχι η πεισματική προσκόλληση στις λεπτομέρειες της ιστορίας. Παρομοίως, στον Ιούλιο Βερν ενδέχεται ο αναγνώστης να πηδήξει κάποιες σελίδες ορμώμενος από ακαταμάχητη αδημονία για την επόμενη κορύφωση της πλοκής∙ αυτό, ωστόσο, σε τίποτε δε μειώνει το αίσθημα ευφορίας που αναβλύζει από το κείμενο. Στα μυθιστορήματα του Καραγάτση είναι δύσκολο να μην μπεις στον πειρασμό να παρακάμψεις τις μακροσκελείς περιγραφές των τοπίων, όταν στην επόμενη στροφή σε περιμένει ένας τύπος σαν το Γιούγκερμαν.

 

Αλλά η ταχύτητα δεν είναι πάντα σύμμαχος της απόλαυσης. Ίσα-ίσα, τυχαίνει συχνά η απόλαυση να παράγεται από την επιβράδυνση της ανάγνωσης. Από το λαβύρινθο του Οδυσσέα του Τζόυς είναι αδύνατο να βγεις αν δεν κρατάς σφιχτά το νήμα του κειμένου από την αρχή μέχρι το τέλος (προσωπικά ομολογώ ότι ποτέ δεν το κατάφερα!). Ενίοτε η βραδύτητα της ανάγνωσης και η αγκίστρωση στις γραμμές είναι απαραίτητος όρος για τη στοιχειώδη πρόσληψη του κειμένου. Στη βιογραφία του για το Heidegger ο Steiner περιγράφει την πρώτη του επαφή ως φοιτητή με το Είναι και Χρόνος: «Εκείνο το απόγευμα δοκίμασα την πρώτη παράγραφο του Sein und Zeit. Δεν κατάφερα να συλλάβω ούτε καν την πιο σύντομη, την εκ πρώτης όψεως πιο στρωτή πρόταση. Ο στρόβιλος όμως γύριζε, η ανεξάρτητη νύξη ενός κόσμου που το βάθος του ήταν για μένα νέο. Ορκίστηκα να προσπαθήσω ξανά και ξανά». Μπορώ να καταθέσω κάτι ανάλογο για την Ηθική του Σπινόζα. Πίσω από τα συνθηματικά και φαινομενικά κατανοητά σπινοζικά θεωρήματα κρύβονται επάλληλοι μαθηματικής ακρίβειας συλλογισμοί, για τους οποίους θα μπορούσαν να χυθούν τόνοι μελάνης. Για το Jacques Bonnet (Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα) «το αποκορύφωμα της δυσαναλογίας ανάμεσα στο χρόνο που δαπανάς στη μελέτη ενός κειμένου και στο μέγεθός του είναι αναμφίβολα να κάνεις μια εργασία για το διάσημο μονόστιχο του Apollinaire: ‘Και το μοναδικό σκοινί των ναυτικών σαλπίγγων!’».  Ο Roland Barthes (Η απόλαυση του κειμένου) είναι πεπεισμένος ότι η αργή ανάγνωση αρμόζει ιδίως στα κείμενα μοντέρνας τεχνοτροπίας και απευθύνεται στον ιδανικό αναγνώστη: «να μην καταβοχθίζεις, να μην καταπίνεις, αλλά να βοσκάς, να ψιλολογείς σχολαστικά, να ξανάβρεις, για να διαβάσεις τους σημερινούς συγγραφείς, την άνεση των παλιών διαβασμάτων: να είσαι αριστοκράτης αναγνώστης».

 

Πόσοι μπορούν στις μέρες μας να πειθαρχήσουν σε αυτή την προτροπή; Αν κάποτε εχθρός της βραδύτητας ήταν η έμφυτη αναγνωστική βουλιμία, σήμερα η σιωπή και η απόλυτη συγκέντρωση, όροι απαραίτητοι για τη γόνιμη δεξίωση του κειμένου, υπονομεύονται από πλήθος εξωτερικά ερεθίσματα. Ο δημόσιος χώρος επεκτείνεται ραγδαία στα όρια του ιδιωτικού δοκιμάζοντας το καθεστώς εθελούσιας απομόνωσης του αναγνώστη. Ο ήχος του κινητού μπορεί ανά πάσα στιγμή να διακόψει τον ειρμό της νοητικής επεξεργασίας του κειμένου, ενώ το δάχτυλο πηγαίνει ασυναίσθητα στο ποντίκι του υπολογιστή για να κάνει refresh στην ανοιχτή σελίδα του facebook. Η ολοκληρωτική παράδοση στον κόσμο του κειμένου μετατίθεται συνεχώς στο χρόνο, καθώς η απάντηση σε ένα επείγον mail ή sms δε σηκώνει αναβολή. Η ώσμωση, από την άλλη, του ελεύθερου χρόνου με το χρόνο εργασίας, όπως χαρακτηριστικά ενσαρκώνεται στις νέες μορφές απασχόλησης (κυλιόμενο ωράριο, ετοιμότητα εργασίας), θέτει υπό ερώτηση την ίδια τη δυνατότητα της αναγνωστικής μόνωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, το πρόγραμμα του βιβλιοφάγου Ντελγάδο από το Χάρτινο Σπίτι του Carlos María Domínguez, ενδέχεται να ανακαλεί στο άμεσο μέλλον την εικόνα ενός ιδιόρρυθμου «αναγνωστικού αναχωρητισμού»: «Εργάζομαι από τις οχτώ το πρωί ως τις πέντε το απόγευμα σε μια θέση με πολλές ευθύνες. Ανυπομονώ όμως να έρθει η ώρα να μπω εδώ μέσα. Στη σπηλιά μου, ας μου επιτραπεί η έκφραση, όπου περνάω μερικές ευτυχισμένες ώρες μέχρι τις δέκα, οπότε συνήθως ανεβαίνω για το δείπνο». Υπάρχουν εδώ δύο στοιχεία που σταδιακά φαίνεται να εκλείπουν. Αφενός το απαρέγκλιτο καθημερινό πρόγραμμα συστηματικής ανάγνωσης, που σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζει με το σταθερό εργασιακό ωράριο∙ αφετέρου η αίσθηση ουσιαστικής απομόνωσης που υπόκειται στη λέξη «σπηλιά». Στην Αυτοβιογραφία του ο  R.G. Collingwood μεταδίδει κάτι από αυτή την αίσθηση, όταν περιγράφει τα μανιώδη νεανικά διαβάσματά του στην Οξφόρδη. «Η εμποδισμένη τόσο καιρό λαχτάρα μου για γνώση ήταν τώρα σχεδόν νοσηρή. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο. Κουρνιάζοντας ψηλά στον πύργο μου στον κήπο της εσωτερικής αυλής του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου, διάβαζα όλη μέρα και το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Όλη την καλή και ανέμελη κοινωνική ζωή που εκτυλισσόταν γύρω μου την έκανα στην μπάντα».

 

Μίλησα πριν για την έμφυτη αναγνωστική βουλιμία που τείνει να επιταχύνει το χρόνο της ανάγνωσης. Η ακόρεστη περιέργεια του αναγνώστη αναζητά ποικίλα πληροφοριακά ερεθίσματα και εφορμά ακανόνιστα και απροετοίμαστα στον επόμενο στόχο. «Αποτέλεσμα: ο καταιγισμός των γενικών γνώσεων και των περιφερειακών πληροφοριών καταργεί προοδευτικά τη χωρητικότητα του αποδέκτη. Από ένα σημείο και πέρα τα εισερχόμενα δεν βρίσκουν τις αρμόδιες υποδοχές τους, ο μηχανισμός της κρίσης παθαίνει συμφόρηση, η μανία συλλογής αποβαίνει σε βάρος του συλλογισμού, η ενημέρωση γίνεται αυτοσκοπός και καταλήγει σε φορτικό ναρκισσισμό» (Δ. Ν. Μαρωνίτης, Η παθολογία του αναγνώστη). Θα πρέπει να είναι στο Από την οδό Ρήνου στην Ες Στράσε που ο Νίκος Δήμου εξηγεί πώς η απόφασή του να μεταβεί για σπουδές φιλοσοφίας στο Μόναχο ήταν το αντίδοτο στην άναρχη αναγνωστική μανία του. Το αχαλίνωτο πάθος για ανάγνωση έπρεπε να πειθαρχήσει στις δομές της συστηματοποιημένης φιλοσοφικής σκέψης.

 

Στη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας που οποιαδήποτε γνώση μπορεί να διασταυρωθεί σε χρόνο ρεκόρ στις λεωφόρους του κυβερνοχώρου, ίσως ο αναγνώστης συμφιλιωθεί ξανά με την πρωτογενή απόλαυση που συνιστά η αργή ανάγνωση του κειμένου. Διότι «ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης∙ ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης» (Κούντερα, Η βραδύτητα).

 

Ο Στράτος Αμπατζής διατηρεί μαζί με το Γιάννη Αποστόλογλου το ιστολόγιο bookaroume.wordpress.com

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: