Ντενίζ Παναγιωτοπούλου – Απόσπασμα από το Α.9111

Deniz

 

…Κάποια στιγμή, η Λουίζα μου εκμυστηρεύτηκε μια μικρή συνήθεια που είχε όταν ήταν παιδί. Σε αυτές τις ατέλειωτες ώρες του μεσημεριού, έπαιζε, διάβαζε, ξαναέπαιζε, μέσα σε μια απόλυτη ησυχία, γιατί οι συγκάτοικοί της, γονείς και αδέλφια, κοιμόντουσαν και δεν έπρεπε να τους ξυπνήσει με τίποτα. Και τότε ήταν που ανακάλυψε ότι ήθελε να σταματήσει την ώρα να κυλάει, να τους κρατήσει όλους κοιμισμένους, ενώ αυτή, ζωντανή, να είναι η μόνη κυρίαρχη στο σπίτι, αυτές τις ώρες που της φαίνονταν ατέλειωτες. Αποφάσισε να ανακόψει τον δρόμο των ωρών, πριν ξυπνήσουν από την περιήγησή τους στο νησί των Μακάρων.

            Έψαχνε, λοιπόν, να βρει με το παιδικό της το μυαλό πώς θα σταματούσε τον χρόνο και νομίζω ότι, εν μέρει και εντελώς πλασματικά, το ανακάλυψε. Την πρώτη φορά, ανακάλυψε το ρολόι του πατέρα της δίπλα στο κρεβάτι που κοιμόταν, πάνω στο κομοδινάκι, το πήρε στα χέρια της και γύρισε τους δείκτες δέκα λεπτά πίσω. Ο πατέρας της σηκώθηκε από το κρεβάτι του δέκα λεπτά αργότερα· για τη Λουίζα ο χρόνος είχε διασταλεί κατά δέκα λεπτά. Και τότε η Λουίζα τραγούδησε: «Είναι μαγικό, είναι ρολόι. Το έπιασα στα χέρια μου, είναι μαγικό, είναι ρολόι».

            Το ίδιο επαναλάμβανε κάθε μεσημέρι, άλλοτε πέντε λεπτά, άλλοτε δέκα λεπτά, άλλοτε μισή ώρα, όμως κάποια στιγμή κατάλαβε ότι αυτό δεν της αρκούσε. Τότε ήταν που προχώρησε σε μια δύσκολη επέμβαση, θα έλεγα χειρουργική. Περπάτησε στις μύτες των ποδιών της, κράτησε την ανάσα της, άρπαξε το ρολόι από το κομοδίνο και βγήκε έξω από το δωμάτιο. Κάθισε εκεί στα γόνατα, το άνοιξε προσεκτικά, τράβηξε τα ελατήριά του, αφήνοντας τους δείκτες στη θέση τους, στο μαγικό το ρολόι, ξανάκλεισε το καπάκι περίτεχνα, με δείκτες ακίνητους, στη μαγεία που φεύγει. Κάποτε ο πατέρας σηκώθηκε από ένα χτύπημα στην εξώπορτα του σπιτιού. Μπορεί να χάλασε το ρολόι του πατέρα της, αλλά τα άλλα ρολόγια σε αυτή την πόλη συνέχιζαν να λειτουργούν κανονικά. Από τότε, μόνο ένα πράγμα είχε στο μυαλό της, να χαλάσει όλα τα ρολόγια που θα έβρισκε μπροστά της. Είτε της τα χάριζαν, είτε τα έκλεβε, έβγαζε τον μηχανισμό τους και τα πέταγε στο κενό που χωρίζει το σπίτι της από το διπλανό σπίτι. Αν κάποτε γίνει ανασκαφή στο σημείο αυτό, θα είναι αδύνατον να κατανοήσουν ποια είναι η πραγματικότητα για τα πολυάριθμα ρολόγια που χαλάστηκαν στη δεκαετία του ’70. Η Λουίζα δεν μπορεί να θεωρηθεί ύποπτη, αφού ποτέ στη ζωή της δεν φόρεσε ρολόι…

(Απόσπασμα από το 7o Κεφάλαιο του βιβλίου, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013)

A9111Εξώφυλλο: Χωρίς Ταυτότητα, πενάκι σε χαρτί, Αντώνης Τσακίρης

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: