Νίκος Μπελάνε – Λίγο πριν

nikosbelane

Και περπάτησα. Ήρεμα. Με βήμα σταθερό. Άφησα πίσω μου το σπίτι της Αθ. Διάκου και βγαίνοντας στη Βενιζέλου το έκοψα για τη Μοναστηρίου. Στο πενήντα τρία σήκωσα το κεφάλι ξυστά στον ουρανό και κάρφωσα τα μάτια μου στον τέταρτο όροφο της οικοδομής που στέκει μονότονα από το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα. Μωρό ακόμη τη γλίτωσε από τον μεγάλο σεισμό του εβδομήντα οκτώ και το ογδόντα εφτά, εκεί κοντά στην εφηβεία της, πέλματα και θεμέλια μούλιασαν απελπισμένα από την ξέφρενη πλημμύρα. Όμως άντεξε. Τα ντουβάρια αντέχουν. Οι άνθρωποι μέσα τους είναι αυτοί που, συνήθως, χάνουν το παιχνίδι.

  Ανέβηκα ως τον τέταρτο από τις σκάλες. Το κλιμακοστάσιο βρωμούσε λιβάνι τόσο που μου έφερε ζάλη. Στάθηκα μπροστά στο διαμέρισμα σπρώχνοντας απαλά τη μισάνοιχτη πόρτα. Προχώρησα στο εσωτερικό του προσέχοντας μην σκοντάψω ελλείψει επαρκούς φωτισμού. Το σύνθετο, οι καθρέφτες και τα λοιπά έπιπλα ήταν καλυμμένα με λευκά πανιά. Ο θάνατος έκοβε βόλτες στο σαλόνι. Δεν πάτησα το πόδι μου εκεί.

  Στο δωμάτιο μιας εποχής που έχει παρέλθει είχα ξεχασμένα μερικά βιβλία και δυο βινύλια του Chet Baker, κληρονομιά από έναν μπάρμπα στην Αμερική, πρόωρα νεκρός για εκατόν είκοσι δολάρια στην ανατολική ακτή. Απ’ το πατάρι της δίφυλλης ντουλάπας κατέβασα έναν σάκο και τον γέμισα με τα παροπλισμένα αναμνηστικά. Κλείνοντας το φερμουάρ έριξα μια ματιά στον χώρο. Δεν μου θύμιζε τίποτα.

  Στον διάδρομο απάντησα τη γιαγιά Πηνελόπη. «Έλα μαζί μου», είπε, «στο σαλόνι κηδεύουμε τον πατέρα σου.» Τη φίλησα στο μέτωπο και ξόδεψα τα μέτρα του διαδρόμου χωρίς να σπαταλήσω το βλέμμα μου τριγύρω. Βγήκα αθόρυβα με τον σάκο στην πλάτη και πατώντας το κομβίον «Ισόγειο» του ασανσέρ προσγειώθηκα στο χώμα. Μερικές καταστάσεις τελειώνουν άγαρμπα. Κάποιες άλλες έχουν τελειώσει πριν ακόμη αρχίσουν.

  Επέστρεψα από τους ίδιους ακριβώς δρόμους. Δεν παρέλειψα κανέναν κι ούτε κανείς τους πρόλαβε να με ξεχάσει. Το σπίτι μου ήταν έρημο από ζωή κι από θάνατο. Οι πακεταρισμένες ανάσες περίμεναν ατάραχα το νέο τους ταξίδι. Άφησα τον σάκο στο πάτωμα, δίπλα στο χαλασμένο στρώμα, κι ένα θολό σύννεφο σκόνης πήρε να σηκώνεται αλλά γρήγορα ξαναγύρισε στη θέση του. Όλα βρίσκουν τη θέση τους, αργά ή γρήγορα. Ακόμη κι εγώ.

 

Και περπάτησα. Ήρεμα. Με βήμα σταθερό. Άφησα πίσω μου το σπίτι της Αθ. Διάκου. Ο δρόμος μπροστά μου απλώθηκε κατηφορικός. Το λιμάνι, απέναντι, περίμενε σ’ έναν δικό του ορίζοντα. Κάθε δρόμος που οδηγεί σε λιμάνι είναι κατηφορικός. Σα να σε καλεί η θάλασσα να πλησιάσεις. Λες κι από μόνη της κάνει πιο εύκολα τα πράγματα.

  Τα πλοία υγρά έγνεφαν από μακριά. Παραληρούσε η γοργόνα της fatamorgana όσο κατάπινα ασθμαίνοντας τα λιγοστά μέτρα που επέμεναν να μας χωρίζουν. Αριστερά και δεξιά δεν υπήρχε τίποτα. Πίσω μου ξεμάκραινε μια ολόκληρη πόλη βουλιάζοντας στην ανυπαρξία του παρελθόντος. Οι πακεταρισμένες ανάσες βοούσαν στους ώμους μου. Στην πλάτη μου χόρευαν στον ρυθμό της αμνησίας όσα είχα αγαπήσει κι όσα κατάφεραν να με μισήσουν. Έπαψε η φλυαρία των όμορφων κοριτσιών. Χάθηκαν τα μπαρ που είχαν ονόματα Σαντέ, Μποέμ και Μαραμπού. Στέκια με μπάρες ερωμένες άγουρων ανατολών. Βρέθηκαν μακριά όλα εκείνα τα ανόητα νυχτερινά περίπολα κάτω από φωτισμένα παράθυρα με λάμπες που πυρακτώνουν τα ερεθισμένα άκρα. Εξαφανίστηκαν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου και οι τελευταίες ματιές του φεγγαριού. Σβήστηκαν οι πληγές στην κοιλάδα των εφηβικών ονείρων. Τσακίστηκαν οι νύμφες της ταραχής, του αδιέξοδου και του φθόνου.

  Το λιμάνι κόχλαζε. Έβραζαν μέσα του βαπόρια και φορτηγά. Το μόνο που έμενε ήταν να ανέβω σε κάποιο απ’ αυτά. Ο προορισμός δεν έχει ποτέ σημασία. Η απόδραση δεν σημαίνει ποτέ δειλία. Πατάς σε νέα γη ξεχνώντας τα δύσμοιρα καλοκαίρια, τις σάπιες κερασιές, τα σκουριασμένα σπίτια, τις φοβερές δεκαετίες των εμφύλιων κραυγών. Λησμονείς προσωπικές κατάντιες και κουρασμένους εξευτελισμούς. Ασήκωτους θανάτους και ανεπιθύμητες γεννήσεις μαρασμών.

  Δεν κοίταξα στιγμή πίσω μου. Μην τύχει και πετρώσω και μείνω για πάντα εκεί. Κάπου ανάμεσα στο τίποτα. Κάπου ανάμεσα στη ξεθυμασμένη εφηβεία και την παρωχημένη μέση ηλικία.

  Ανέβηκα τη σκάλα. Ήρεμα. Με βήμα σταθερό. Άφησα πίσω μου μια πόλη που μ ‘ έδιωχνε πάντα. Την πόλη της ληγμένης αγάπης και της αδιέξοδης προσμονής για το καλό που ποτέ δεν εμφανίστηκε. Το καλό που δεν βοήθησα αρκετά να ανθίσει μέσα στον διαρκή χειμώνα και τα παγωμένα θερμόμετρα των λοιπών κατοίκων. Των φαντασμάτων αυτής της περιθωριακής ερημούπολης. Άφησα πίσω τον πρώτο και τον τελευταίο έρωτα, χλωμό και αφυδατωμένο. Στολισμένο με χιλιάδες ανοιχτές πληγές που έπαψα να βλέπω και να αγγίζω. Έπαψα να αφουγκράζομαι το κάλεσμά τους.

  Οι τελευταίες ανάσες του στεριανού αέρα χάιδεψαν τα μάτια μου. Δεν πόθησα τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι αυτό το ταξίδι. Οι λιμενεργάτες έλυσαν τους κάβους. Η κόρνα άρχισε το τραγούδι της στο πιο ψηλό Ντο που άκουσα ποτέ.

 

Νίκος Μπελάνε – Θεσσαλονίκη 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: