Γλυκερία Μπασδέκη – Έχω απόψε ραντεβού

΄Ηταν ένας κουτσός και τον έλεγαν Αντώνη. Τον άκουγα να σέρνεται ώρες πάνω απ’ το κρεββάτι μου.΄Ηταν και διαχειριστής. Κάθε δεκαπέντε του χτυπούσα.΄Επαιρνε τα χρήματα,γειά σας ευχαριστώ. ΄Ενας όροφος διαφορά, τετραγωνικά σαρανταπέντε . ΄Επαιρνε και χάπια,φαινότανε. Στα πενήντα,πολύ όμορφος. Αντώνη,Αντώνη,σώσε με από’δω του φώναζα –δεν άκουγε. Ένα βράδυ δεν είχα ύπνο .Ούτε κι αυτός. Σερνότανε,σερνότανε-ανέβηκα . Όταν άνοιξε είχε θυμό. Θέλετε κάτι,δεν ήξερα. Μούγγρισα μια μπούρδα ,κατάλαβε,έφερε μπύρες.Αχ,τι ωραία  που το κούτσαινε το δεξί. Μέχρι να βάλει  ποτήρια τον αγάπησα. Του το είπα-σας αγαπώ κύριε Αντώνη,σας αγαπώ από τότε που σας  πρωτάκουσα να κουτσαίνετε ,κλακ κλακ,κλακ κλακ μέσα στη νύχτα,από τότε που τα μάτια σας με έγλυψαν στο ασανσέρ και πέθανε η μάνα μου σε τροχαίο,από τότε που σπουδάζω βαφές μαλλιών  και πεντικιούρ. Ο  Αντώνης ούτε  άκουγε.Ούτε μ’ έδιωξε. Περπατούσε κλακ κλακ κλακ,κλοκ κλοκ κλοκ,κούτσαινε πιο πολύ να χαρώ γιατί κατάλαβε ότι τον αγαπώ βαθειά και δεν έχω κανέναν στην πολυκατοικία. Πίναμε,έφερε και πατατάκια,να σας περάσω τις ρίζες,να σας κόψω τα νυχάκια παρακάλαγα-είδε κι απόειδε,συμφώνησε. Φτερό έγινα,πάνω κάτω,έφερα τις τσάντες,του πέρασα ένα μαονί , άρχοντας,ούτε σαράντα,έφεξε.΄Εκοβα νύχια,έκοβα-όλα,πόδια χέρια,καθόταν η αγάπη μου,αμίλητος,υδρατάντ,μάσκες,όλα,όλα,κιχ δεν έβγαλε μέχρι το ξημέρωμα. Τον πήγα και στο μπάνιο,πρώτα λούσιμο,μετά κάθησε σ΄ένα σκαμπουδάκι της βεράντας,τον έτριψα,τον τίναξα,τον άπλωσα-κλακ κλακ ,κλοκ κλοκ,μοσχοβολούσε και κούτσαινε,κούτσαινε και μοσχοβολούσε.΄Ερωτα και τέτοια δεν κάναμε.Ούτε χέρι μου’βαλε,ούτε. Είμαι μελαγχολικός,μου είπε,εγώ δεν μπορώ,μόνο να πίνουμε μπύρες μπορώ και να μου κάνεις μποτέ,εντάξει; Eντάξει,εντάξει,κι εγώ έχω απ’ αυτό του είπα. Χάρηκε,πω πω πόσο χάρηκε.΄Εφερε και φυστίκια και κάτι αλμυρά με σουσάμι,φάε να δυναμώσεις που’σαι σα σκιάχτρο μου’λεγε και μου γέμιζε το μπωλάκι,δικό μου μπωλάκι,ο καθένας με το μπωλάκι του,πολύ νοικοκύρης ο Αντωνάκης μου. Τέλειωσαν κι οι μπύρες,ψιλοξημέρωσε,δεν  μιλούσαμε και πολύ,άντε να πας σπιτάκι σου τώρα,μη σε δουν να βγαίνεις κι αρχίσουν. Μου’σκασε ένα φιλί στο μάγουλο,όλο γλύκα,τον είδα εγώ,λάμπανε οι ματάρες του,έκανε χαρές κι ας μην το’λεγε. Γειά σου Αντώνη,γειά σου Μιχαλίτσα.΄Ηταν σα να τα φτιάξαμε,σα να βγήκαμε ραντεβού και μου ζήτησε να γίνω το κορίτσι του,οoooooooυυυυυυ ακόμα καλύτερα. Μέχρι τον ουρανό και τ’ αστεροκόκαλα της μάνας μου κι ακόμα καλύτερα.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: