Περικλής Θεολογίδης – Παριζιάνικες αμαρτίες

«Ο κύριος Μπατς;»

«Ναι, ο ίδιος.»

«Α, τιμή μου που σας γνωρίζω! Μόλις χθες έφτασα από τη Νέα Υόρκη και ήταν όνειρο ζωής να σας συναντήσω.»

«Ωραία. Με συνάντησες. Δίνε του τώρα.»

«Μα, θα μπορούσα να σας κεράσω έναν εσπρέσο σ’ ένα μπιστρό εδώ πιο κάτω;»

«Γιατί; Θες να με πιάσεις γκόμενα;»

Και κλείνει με δύναμη την πόρτα της μικρής σοφίτας του στον άγνωστο σαραντάρη Αμερικάνο. Ο Στιούαρτ Μπατς ήταν ένας από τους περιθωριακούς συγγραφείς της δεκαετίας του ’60 όπου οι τουρίστες έκαναν ουρά έξω από το βιβλιοπωλείο  Shakespeare and Company για να τον δουν να γράφει κάποιο από τα φλογερά του μυθιστορήματα στην γραφομηχανή του πρώτου ορόφου. Εκεί, με τα γυαλιά που περισσότερο μοιάζαν με μεγεθυντικούς φακούς και τα μονίμως αχτένιστα μαλλιά να χτυπάει με πάθος τα πλήκτρα της γραφομηχανής σαν άλλος χαρισματικός πιανίστας. Εκεί έγραψε το μυθιστόρημα «Πετώντας πέτρες στους Θεούς» που έκανε σάλο στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και απαγορεύτηκε η δημοσίευσή του σε ουκ ολίγες χώρες ανά τον κόσμο όπου θεώρησαν τον τίτλο προσβλητικό για τα θεία. Κι όμως το μυθιστόρημα μιλούσε για έναν φλογερό έρωτα στο Παρίσι ανάμεσα σε μια ανήλικη Γαλλίδα και σε στενό συνεργάτη του Στρατηγού Ντε Γκολ. Έξω από το βιβλιοπωλείο η ουρά έφτανε μέχρι τις όχθες του Σηκουάνα. Άνθρωποι από όλο τον κόσμο συνέρρεαν για να δουν τον συγγραφέα Μπατς απλώς να γράφει στην γραφομηχανή του. Και αν ήταν και τυχεροί μπορεί να τον έβρισκαν κάποιο βράδυ μεθυσμένο να απαγγέλει ποιήματά του. Τα οποία συνήθως δεν δημοσίευε. Τότε, στις δόξες του εξήντα, ο Στιούαρτ Μπατς ήταν δεν ήταν πενήντα χρονών. Κι όμως, το αλκοόλ, το πάθος του για γράψιμο, δόξα και γυναίκες (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά) τον έκαναν να μοιάζει αρκετά γηραιότερος. Ίσως να φταίγανε και τα γκρίζα του μαλλιά.

Σήμερα στα 1982, κοντά είκοσι χρόνια μετά, βρέθηκε στην πόρτα του κάποιος άγνωστος Αμερικανός, ο οποίος έψαχνε για τον περιθωριακό συγγραφέα του Shakespeare and Company, όπως είχε διαβάσει γι’ αυτόν σε διάφορα ενδελεχή αφιερώματα και αναλύσεις του «the Paris Review». Τα τελευταία δέκα χρόνια βέβαια δεν είχε δημοσιεύσει απολύτως τίποτα. Με αποτέλεσμα, σιγά σιγά η φήμη του να φθίνει και όλο και λιγότεροι θαυμαστές του να τον αναζητούν. Μέχρι που τον τελευταίο χρόνο βρήκε την απόλυτη ησυχία του. Στη σοφίτα του κτιρίου που βρίσκεται ακριβώς πίσω από το βιβλιοπωλείο που τον έκανε διάσημο σε λογοτεχνικούς και μη κύκλους άλλων δεκαετιών, ζούσε μόνος του πλέον, με τα δικαιώματα από τα βιβλία του να του παρέχουν την άνεση για ένα γεύμα την ημέρα και δυο μπουκάλια κρασί. Είχε σκεφτεί πολλές φορές να κόψει το αλκοόλ για μια δυο μέρες και με τα χρήματα εκείνα, εκατό φράγκα γαλλικά, να επισκεφτεί κάποια από τις διάσημες πουτάνες της Μονμάρτης. Αλλά μόλις έδυε ο ήλιος, το μπουκάλι με το κόκκινο κρασί απ’ το Μπορντό λες και άνοιγε από μόνο του και κυλούσε με χάρη σ’ εκείνα τα παλιακά νεροπότηρα που μέναν άπλυτα για μέρες με τους λεκέδες απ’ το κρασί να είναι εμφανείς πάνω τους αλλά και σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Απ’ τον λευκό καναπέ που είχε γίνει γκρι με κόκκινες στάμπες, μέχρι τον δίσκο του Neil Young “Harvest” που το βινύλιο ήταν μονίμως επάνω στο πικάπ περιμένοντας τη βελόνα να δώσει το σήμα.

Η πόρτα χτυπάει και πάλι. Πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά.

«Τι θες απ’ τη ζωή μου επιτέλους;» Είχε πάρει εκείνο το άγριο βλέμμα και ήταν έτοιμος να ανοίξει καυγά ακόμα κι αν δεν ήταν ήδη μεθυσμένος. Άνοιξε απότομα την πόρτα και πήγε γρήγορα και έκατσε στο γραφείο του προσποιούμενος ότι γράφει κάτι σπουδαίο στην γραφομηχανή του.

Ο Αμερικάνος έκανε ένα δυο δειλά βήματα προς τα μέσα παίρνοντας θάρρος, αποφασισμένος να πάρει αυτό για το οποίο διέσχισε έναν ωκεανό για να βρει.

«Είναι η γραφομηχανή με την οποία γράψατε το «Πετώντας πέτρες στους Θεούς»;

«Δεν ξέρω.»

«Απ’ ότι μπορώ να δω και σ’ αυτήν λείπει το γράμμα κ. Έχουν γραφτεί δεκάδες άρθρα και αναλύσεις για τον τρόπο που γράφατε σ’ αυτήν την γραφομηχανή.» Τότε, έκανε το λάθος να απλώσει το χέρι του κάνοντας να την αγγίξει με την τρυφερότητα που θα άγγιζε το κεφάλι της κόρης του όταν θα κοιμόταν στο παιδικό της δωμάτιο. Ο γέρος του άρπαξε το χέρι και το τίναξε με δύναμη κάτω, ρίχνοντας το τασάκι με τ’ αποτσίγαρα που είχε να αδειάσει τουλάχιστον μια βδομάδα έχοντας κάνει λόφο με στάχτες και γόπες.

«Είδες τι έκανες; Είσαι μεγάλο αρχίδι.»

«Ε, εγώ συγγνώμη. Ειλικρινά συγγνώμη. Μπορώ να σας κάνω το γεύμα εδώ πιο κάτω αν θέλετε. Θα είναι τιμή μου»

«Άντε καλά. Παραγγέλνω όμως ό,τι θέλω. Όχι ό,τι μου πεις εσύ.»

«Εννοείται αυτό. Ποιος είμαι εγώ για να σας περιορίσω;»

«Αυτός που μου χάλασε την ησυχία και μου βρώμισε με στάχτες και γόπες το πάτωμα.» Μιλούσε ξαφνικά σαν από αυτές τις νοικοκυρές που τα έχουν όλα στην εντέλεια και όταν τις διακόπτουν την ώρα που βλέπουν κάποια σαπουνόπερα στην τηλεόραση γίνονται έξω φρενών. Μόνο που εδώ έμοιαζε τελείως παράταιρη η εικόνα μιας και ο λέτσος της υπόθεσης ήταν πάντα ο γέρος συγγραφέας.

Έπιασε λοιπόν τον καρό γκρι εκείνον μπερέ που φορούσε από τότε που άρχισαν να αραιώνουν τα μαλλιά του και κατέβηκαν με τον Αμερικάνο να ακολουθεί τον γέρο όπως κάνουν τα παιδιά του δημοτικού με τους δασκάλους τους την ώρα που πάνε εκδρομή.

«Είσαι τυχερός γιατί είχα να βγω καιρό από το σπίτι και μου φαίνεσαι πλούσιος. Αλλιώς δεν θα έτρωγα με τον κάθε περίεργο που θέλει να πιάσει τη γραφομηχανή μου λες και είναι τα βυζιά της Μαριάν Φέιθφουλ.»

«Συγγνώμη και πάλι. Αλλά πρέπει να ξέρετε ότι έχουμε κάποιου είδους σχέση εμείς οι δύο.»

«Πούστης είσαι; Καλά το κατάλαβα εγώ τόση ώρα που επιμένεις.»

«Όχι, όχι. Μη με παρεξηγείτε. Αφήστε με να σας διηγηθώ την ιστορία μου.»

«Κοίτα μόνο μη μου πεις ότι είσαι τίποτα νόθος γιος μου, γιατί να ξέρεις έχουν έρθει κατά καιρούς πολλοί να μου το παίξουν γιοι και κόρες για τα συγγραφικά δικαιώματα. Σου λένε γέρος είναι, θα πεθάνει όπου νά’ναι, πάμε να τον κληρονομήσουμε. Αν είσαι κι εσύ τέτοιος στο λέω, θα σου χώσω το πιρούνι στον κώλο.» Ξεθύμανε κάπως, βάζοντας στο στόμα του μια μεγάλη μπουκιά καλοψημένης μπριζόλας, από αυτές που είχε πολλούς μήνες να φάει με τα σκατοέσοδα που είχε τελευταία.

«Μα, αφήστε με πρώτα να σας τη διηγηθώ.»

Σα να ήξερε ότι κάτι σημαντικό θα ακολουθούσε, έβγαλε από το λερωμένο του σακάκι το πακέτο με τα Γκουλουάζ τσιγάρα και άναψε ένα επιδεικτικά, δείχνοντάς του ότι δεν πρέπει να τον απογοητεύσει η ιστορία που θα άκουγε.

«Θυμάστε την ιστορία του βιβλίου σας ‘Πετώντας πέτρες στους Θεούς’;»

«Γέρασα αλλά δεν χάζεψα τελείως ηλίθιε!»

«Άρα θα θυμάστε και τον τύπο εκείνο που σας διηγήθηκε την ιστορία που αναφέρετε στο βιβλίο…»

«Δεν υπάρχει κανένας τύπος. Η ιστορία ήταν φανταστική.»

«Και το όνομα Φρανσουά Μοβιέρ δε σας λέει τίποτα;»

Ξαφνικά ο γερο-συγγραφέας γουρλώνει τα μάτια και φτύνει τον καπνό σα να του είχες ξύσει την πληγή με χέρι γεμάτο αλάτι.

«Μάλλον σας θυμίζει κάτι τελικά. Ήταν ο πραγματικός συνεργάτης του Στρατηγού Ντε Γκολ, και όχι ο Ζυλ Ντενφό όπως αναφέρετε στο βιβλίο. Και την διαφορά αυτή μάλλον την ξέρουν ελάχιστοι.»

«Κι εσύ που την έμαθες ύστερα από τόσο καιρό τί θες; Να ξαναγράψω το βιβλίο με το σωστό όνομα; Έχουμε 1982 ηλίθιε. Και ο Ντε Γκολ και ο Μοβιέρ έχουν πεθάνει απ’ το 1970.»

«Δεν ήρθα να ζητήσω τα ρέστα για τον Μοβιέρ. Ήθελα απλώς να μάθω αν ξέρατε όλη την αλήθεια. Ότι ο φλογισμένος έρωτας του Μοβιέρ με την ανήλικη Ρενέ Μορίς που περιγράφετε με κάθε λεπτομέρεια, ήταν στην πραγματικότητα ο έρωτάς του με τον Κιθ Μπερνς. Ενός ανήλικου αγοριού, που ό,τι κι αν προσπάθησε να πει εκείνη την εποχή, βρήκε μπροστά του ένα τεράστιο τείχος από την παντοδυναμία της εξουσίας που ασκούσε ο Μοβιέρ. Έτσι εκείνο το παιδί έφυγε κρυφά για τον τόπο καταγωγής του πατέρα του, ένα χωριό στο Μισσούρι του Τέξας και προσπάθησε να ζήσει ξεχνώντας τις στιγμές πάθους που έζησε. Αλλά όπως θα ξέρετε, είναι πολύ περίεργο τι διαλέγει η μνήμη να κρατήσει. Και κάτι τέτοιες εμπειρίες δεν τις αφήνει ποτέ. Τις έχει και τον συνοδεύουν μέχρι σήμερα. Δεν θυμάμαι, σας συστήθηκα πριν; Ονομάζομαι Μπερνς. Κιθ Μπερνς.» Κι έλεγε το όνομά του ξεφυσώντας μια εξομολόγηση, έναν βραχνά που του έσφιγγε τα σωθικά χρόνια τώρα. Σα να ξαλάφρωσε γέμισε το ποτήρι του με κρασί και ήπιε μια γερή γουλιά, ανάβοντας κι αυτός ένα τσιγάρο Γκουλουάζ που με θράσος πήρε απ’ το πακέτο του Στιούαρτ Μπατς.

Ο γερο-συγγραφέας φόρεσε σκυφτός το απαίσιο εκείνο σακάκι κατάλοιπο ένδοξων εποχών και τον μπερέ του και γύρισε πίσω στη σοφίτα χωρίς να πει λέξη. Έκατσε ξανά στο γραφείο με τη γραφομηχανή, και αφού έβγαλε έναν πάκο λευκές σελίδες ξεκίνησε να γράφει ασταμάτητα. Ήταν η πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια. Από πίσω η βελόνα του πικάπ είχε κολλήσει και έπαιζε συνεχώς «As the days fly past/Will we lose our grasp/Or fuse it in the sun?».

http://easyncosy.com/

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: