Μανόλης Πολέντας – Τρία ποιήματα

Overture

Σαν πούσι που θολώνει

το τοπίο

των τρελλών βουλεβάρτων της μνήμης μου

σαν την μνήμη μου

               … νύχια στο σταχτοδοχείο…

και όπως του Μέντελσον μια εικόνα πρωινού

που δεν χώρεσε στη μνήμη μου

 

έτσι τα πόδια κόβονται καθώς σας πλησιάζω

υιέ και θυγατέρα μου.

                                    Και έτσι     με τις μέρες

μετρημένες πάνω σε μια πληγωμένη συλλογιστική

να μη θυμάμαι             μόνο μερικά αντικείμενα

δυο – τρία γραπτά.

 

Σαν σκυλί που ρίχνει άγριες ματιές    και

φεύγει.       Έτσι σας πλησιάζω.

 

Γιατί       μια άλλη πολιτεία είναι αυτή

τα δέντρα δεν ψηλώνουν

και πρέπει να σκύψει κανείς για να περάσει

με βαθειές εισπνοές και συνταγές

αόρατων, φανταστικών γιατρών

υποχρεωτικών μεσημβρινών περιπάτων

ναι, μια άλλη πολιτεία πρέπει να είναι

αυτή, οι δεσμοί, οι θεσμοί,

τα κορμιά και οι ψυχές που τους κουβαλούν

   ο ύπνος δεν είναι ύπνος

οι στιγμές δεν είναι αληθινές του χρόνου στιγμές

 

Ας γνώριζα τουλάχιστον μία

διαδρομή, έναν δρόμο έστω

ένα μονοπάτι που ναν’ το ξέραν

τα φύλλα της άλλης ιστορίας

που γράφεται με τα ποδοπατήματα

των άγριων οδοιπόρων

που αφέθηκαν να σκαρφαλώνουν

εκεί που κρύβομαι για να θρηνήσω.

Κόρη

Θέλω να σου μιλήσω για κάτι όμορφο

μα δε μ’ αφήνουν οι στιγμές που ζω τώρα

σκυμμένος μια στο φως και μια στα νέφη

 

να βλέπω μια σκιά από δω

που μοιάζει με τη μορφή σου

και το χεράκι σου που έσφιγγε το χέρι μου

σε οδό μακρυνή και ευθεία

να κοιτάς ευθεία μπροστά και να μη λες λέξη

γιατί δε μπόρεσες να βρεις μια λέξη

της στιγμής που να αξίζει τη στιγμή

 

να βλέπω από την άλλη την αποχώρησή μου

σε νέφη που σκύβουν πάνω μου

να ξεχνώ τους λόγους που μ’ έφεραν εδώ

να κοιτάζω τον χρόνο και μόνο να τον κοιτάζω

να λογοδοτώ σε ώτα όντων ανύπαρκτων

 

να μη βρίσκω μιαν αξίωση που να με καλεί

να διαπρέψω για να δώσω μιαν αιτία

για την ανυπαρξία μου         και μιαν

υπόσταση που να μην αναγνωρίζει ο στρόβιλος

της σαρκαστικής και ανυπόστατης

κενής ζωής παντού σε όλο τον κόσμο.

Ταρκόφσκυ

Φεύγει βαρύς ο τελευταίος του κόσμου-στη-σειρά-ποιητής.

Γυρίζει σε κάθε βήμα και κοιτάζει πίσω κρατώντας ένα κερί

που δεν πρέπει να σβήσει στα χέρια του

  πάει να πει κρατάει μια νοσταλγία

που έχει τη δική της λογική

ζει γι αυτήν και μόνο

και σέβεται κάθε βήμα του

εγκλωβισμένος στο χορταριασμένο τσιμέντο

με ευλάβεια να μη σβήσει το κερί του ανθρώπου.

Γιατί το είπε ένας τρελλός κι αυτός τον πίστεψε.

Πίστεψέ με, τίποτε μετά από τον τελευταίο αυτό

ποιητή δεν πρέπει του κόσμου. Το βλέμμα του,

κάθε φορά που γυρίζει να σε κοιτάξει,

είναι του τέλους

το αντιποίημα

3 ποιήματα από της σημειώσεις για το EVIL I, Εκδόσεις Ταξιδευτής 2012

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: