Ιωάννης Ανυφαντής – Το όνειρο

Κινήθηκα αργά στο σκοτεινό μονοπάτι. Το λυκόφως αντανακλούσε απαλά δείχνοντας μου τον δρόμο. Δεν ήξερα τι θα βρω αλλά υπήρχε κάτι να με οδηγεί εκεί, κάτι άγνωστο μα και τόσο οικείο.

Η πόρτα του έρημου σπιτιού ήταν μισάνοιχτη, σαν κάποιος να με περίμενε. Ακαταστασία και  φθορά παντού. Σημάδια ότι κάποιος ζούσε εδώ.

Ο προθάλαμος ήταν σκοτεινός και υγρός. Διάδρομοι και  μπερδεμένες διακλαδώσεις με οδηγούσαν στο σκοτάδι. Αγωνία με κυρίευσε στην προσπάθεια μου να κατανοήσω την έκταση του λαβύρινθου

 

Κάπου στην άκρη του ματιού μου είδα λίγο φως και το ακολούθησα.

Στο τέλος του  διαδρόμου υπήρχε μια πόρτα ανοιχτή. Κυριεύτηκα με φλογερό πάθος και μια δύναμη μέσα μου μ’ έσπρωχνε να δω τι υπήρχε μέσα, ανυπήρχε κάποια ζωή .

Μια έντονη οσμή ήταν η πρώτη αίσθηση που με διαπέρασε, κάτι κρύο και παγερόαλλά  τόσο γνώριμο. Παντού υπήρχαν καθρέπτες, παντού υπήρχαν μάσκες. Κάθε καθρέπτης και μάσκα, κάθε μάσκα και καθρέπτης και στην μέση ένα παιδί. Όπως όλατα παιδιάαγνό και  αθώο,  να παίζει ξέγνοιαστο με μια γυάλινη σφαίρα, χωρίς να μοιάζει να νοιάζεται για την παρουσία μου.

 

    Μα το δωμάτιο γνωστό φαντάζει! Νοιώθω σαν να βλέπω εικόνες παλιών αγαπημένων προσώπων, να με προσπερνούν και να χάνονται στις σκιές ο ένας πίσω από τον άλλο. Το βλέμμα μου πήγε ξανά στον τοίχο, όμως εκεί πλέον δεν έβλεπα τίποτα, καμιά φωτογραφία, καμιά ζωγραφιά. Ο χώρος ήταν λυτός και ταπεινός σαν την ψυχή του παιδιού, σαν την ψυχή κάθε παιδιού. Ξαφνικά ανακάλυψα πως ήμουν μόνος, το παιδί είχε φύγει. Ένας φόβος με κυρίευσε. Όλα χάθηκαν, όλα έσβησαν με μιας, το δωμάτιο μου φάνηκε ακόμη πιο κρύο, ψυχρό, σκοτεινό. «Πόσο περίεργα φαντάζουν τα πράγματα στα μάτια των ανθρώπων από την μια στιγμή στην άλλη»  σκέφτηκα και ακολούθησα νέο διάδρομο. Στο τέλος αυτού ο χώρος άνοιγε, σκέφτηκα πως ήταν το κεντρικό δωμάτιο. Μεγάλο, επιβλητικό, ακόμα και η μικρότερη, η πιο ασήμαντη λεπτομέρεια σου προκαλούσε δέος. Ντρεπόσουν κάπου να καθίσεις μα και  να αγγίξεις οτιδήποτε.

   

     Ένοιωσα ξανά μια παρουσία στο χώρο. Πράγματι ένας ώριμος άνδρας καθόταν στην πολυθρόνα του και διάβαζε. Ήταν ντυμένος όμορφα και κομψά και  η εξωτερική του εμφάνιση σαν να έδενε με τον χώρο. Πέρασα από δίπλα του χωρίς να του δώσωήνα μου δώσει σημασία , κάτι άλλο ήταν αυτό που μου τράβηξε την προσοχή. Ένα τεράστιο τραπέζι  κι ένας μπουφές με κάθε ειδών τα γλυκίσματα και στην μέση ο ίδια γυάλινη σφαίρα! Το φως του δωματίου αντανακλούσε πάνω της δίνοντας της μια ξεχωριστή λάμψη. Μέσα της υπήρχε ένα μεγάλο σπίτι στο κέντρο ενός καταπράσινου, σχεδόν μαγικού κήπου.

Ξάφνου τα φώτα χαμήλωσαν, το ίδιο κρύο συναίσθημα με συνεπήρε μια στροφή έκανα μα όλα είχαν πια χαθεί, ο μπουφές, ο άντρας, η γυάλινη σφαίρα. Μόνο λίγα έπιπλα είχαν μείνει σκονισμένα και φαγωμένα από τον χρόνο. Πριν προλάβω να καταλάβω τι είχε συμβεί τα βήματα μου με είχαν οδηγήσει πλέον μακριά.

Η περιπλάνηση μου κράτησε ώρες στο μεγάλο σπίτι και κάθε πόρτα που έβρισκα ήταν κλειστή.

 

    Τέλος τα βήματα μουμε οδήγησαν στη σοφίτα. Εκεί βρήκα λίγο φως να τρεμοπαίζει θαρρείς να ‘ταν από κερί, δεν ξέρω. Μια  βαριά καιάσχημη μυρουδιά με διαπέρασε, μυρουδιά σκουριάς, μούχλας και θανάτου. Δεν θυμάμαι πόσες φορές σκέφτηκα να κατέβω κάτω, μα συνέχισα, άνοιξα την πόρτα και κινήθηκα μέσα.

Περίεργο ον ο άνθρωπος εκ φύσεως. Με μια περιέργεια που άλλοτε τον οδήγησε σε σωστά και άλλοτε σε λάθος μονοπάτια.

Το πάτωμα έτριζε κάτω απ΄ τα βήματα μου ενώ το μάτι μουτρεμόπαιζε μη ξέροντας τι ψάχνει ή τι θα βρει.

     Σε μια γωνιά υπήρχε μια πολυθρόνα, κάποιος κάθονταν σε αυτήν. Έμοιαζε να κοιτάζει κάτι αλλά όχι δεν κοίταζε πουθενά. Με βλέμμα παγωμένο κι ανέκφραστο κοιτούσε το άπιαστο κενό. Τι να του συνέβη άραγε δεν ξέρω, ούτε ήθελα να μάθω. Στα χέρια του είδα πάλι αυτήν την γυάλινη σφαίρα. Την κρατούσε σαν  να ήταν ίσως ότι πιο πολύτιμο του είχε απομείνει μετά από τόσα χρόνια ζήλου, παθών και ονείρων. Ξαφνικά η σφαίρα έφυγε, κύλισε στο πάτωμα και ράγισε. Γυάλινες εικόνες, εικόνες ονείρων σκόρπιες και πάνω τους εγώ προσπαθώντας να βρω την εικόνα μου μέσα σε αυτές. Κι αυτό δεν κράτησε παρά μονάχα για μια στιγμή όσο και η ηχώ της ραγισμένης σφαίρας! Μια ηχώ που με πάγωσε και μετά φως, άπλετο ανέβλυσε από παντού! Σαν λευκός μανδύας σκέπασε τα πάντα στο πέρασμα του, πλέον δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα από τον χώρο που ήμουν, σκιές, έπιπλα, τα στενά όρια του δωματίου είχαν πια χαθεί. Ένιωθα το ίδιο μου το σώμα να φλέγεται απ’ το φως και να σβήνει αφήνοντας μόνη την ψυχή μου να αιωρείται στο άπειρο αντικρίζοντας την μία και μόνη αλήθεια. Το φως … 

[Από την ποιητική συλλογή Γυάλινες Εικόνες, Εκδόσεις Κονιδάρη, 2010]

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: