Δημήτρης Δικαίος – Με τα ψέμματα

Αδιέξοδα

στην τέχνη της ποιήσεως

 

Όμως,
δυσκολεύομαι,
μία γραμμή
επιτυχώς ν’ αποκληρώσω.

Τα αποσιωπητικά,
οχυρά φοβίας
και λοιπές κακοτεχνίες
έκφρασης στο αδιάβατο.

δικαία είναι
η αποβίβαση στο εφήμερο.

Υποδέχομαι
ερμηνείες χρέους σε ερείπια.

Αποσύρομαι,
γραφή ρυτιδιασμένη,
τόσο νέος,
δήθεν πλέον,
στο άψυχο σύρμα
της ακολουθίας των πράξεων.

Καλή αντάμωση.

Στέφανα

Ευτυχία

Στο γκρεμό τους φώλιασε.

 

Απαρτία

Τα φλεγόμενα ξερά.

 

Συγχορδία

Τα επόμενα σκαλιά κι οι ανθοστήλες.

 

Πελατεία

Σπέρμα θρασύ. Λούτρινοι γιοι. Κόρες λεκάνες.

 

Αμαρτία

Νομική, Ερατώ και Λαμπρινή.

 

Ενορία

Καλλιμάρμαρο και θειάφι. Μάλλον θειάφι!

 

Απουσία

Του ουράνιου παράλληλου ψαλμού.

 

Κοινωνία

Κατακόρυφος Θεός του μυελού.

 

κοινωνία

κατακόρυφου, βιτρώ, μηχανισμού.

 

Συμφωνία

Δυο λαμπάδες – μετοχές, στεφανωμένες.

Απόνερα

Ένα ποτάμι καθαρής βροχής,

στάλα τη στάλα, απέρριψε

το νοικοκυρεμένο σώμα.

Φιλοξενεί το στόμα,

απόστημα ειρήνης.

 

Πλύμα ανούσιων επιλογών

σήκωσε κακοσμία όση,

η ανέχεια συνηγορεί,

στα όρια να τεντωθεί

η δουλοπρέπειά της.

 

          *

 

Το αναντίρρητο, συλλάβισα,

Εγώ -πιθαμή προς πιθαμή-

μη και, κάποιο μου τελώνιο

υφέσιμο ή λόγιο,

ρομαντικά με «σπάσει».

 

Το ανυπόδητο βρομόπαιδο

περιχρίω, με σκελετώδη

επιθυμία διαφυγής.

Αυθορμησία, συλλογής

κακών λυμάτων.

Αλήθειας διάβημα

Παρατήρησε τους ανθρώπους.

Γέρασες κιόλας.

Είσαι από ώρας

θεατός από τους λόφους.

 

Βύθισε το σώμα σου ένα βράδυ,

λόγιε κηφήνα.

Νοίκιασε μνήμα

και μη, μολύνεις το λιβάδι.

 

Άνοιξε το βήμα σου κοχλία

έφθασες κιόλας.

Είσαι από ώρας

αρεστός στην υγρασία.

 

*

 

Προικισμένη μου ξυλοκαΐνη

έχεις μου τόση

ζωή νεκρώσει

που το υπόλοιπό μου εκκρίνει

 

βιαστική κι απροετοίμαστη

αυτοκτονία.

Μα απ’ τη μία,

θα αφόριζαν μια ασίγαστη

 

επιθυμητή ελευθερία

που θα ομοίαζε

μ’ ατύχημα;

 

ddikaios.blogspot.com

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: