Άκης Παπαντώνης – Οι γιοί* των πρωτόπλαστων

Όλοι μας, όλοι μας, όλοι μας

προσπαθούμε να σώσουμε

τις αθάνατες ψυχές μας, με τρόπους που

μοιάζουν καμιά φορά πιο πλάγιοι

και πιο μυστήριοι

από άλλους. Περνάμε

ωραία εδώ πέρα. Όμως ελπίζουμε

πως όλα σύντομα θα αποκαλυφθούν.

 

—Ρ. Κάρβερ

 

 

 

1. Kάιν

 

Για τις εξετάσεις του στο σχολείο διάβαζε στην κουζίνα. Την ίδια ώρα που η μάνα του χτύπαγε μαρέγκα με το μίξερ ή μιλούσε στο τηλέφωνο ή έπινε καφέ με κάποια γειτόνισσα. Τα βράδια κοιμόταν στον καναπέ ενώ ο πατέρας του έβλεπε τηλεόραση. Έμενε μαζί τους μέχρι μετά τα τριάντα του. Κάποια στιγμή οι δυο τους χώρισαν—αμέσως αφού γεννήθηκε το τρίτο τους παιδί. Η μάνα του άλλαξε σπίτι. Κι εκείνος κουβαλήθηκε στου αδερφού του.

Εκεί, ένα βράδυ στ’ όνειρό του, τον επισκέφθηκε ο πατέρας του. Ήταν καθισμένος οκλαδόν στη μέση ενός κήπου περιστοιχισμένος από κίσσες, όρνια, ύαινες, σαύρες βασιλικές και πολύχρωμα φίδια που είχε βαλσαμώσει. Πίσω του βρισκόταν μια ξύλινη βιτρίνα με έντομα καρφιτσωμένα σε σκούρο μπλε βελούδο με σειρά αύξοντος μεγέθους. Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα και δείχνοντας γύρω του είπε: τίποτα αληθινό δε ζει για πάντα. Του μπήκαν στο μυαλό παράξενες σκέψεις. Σκοτεινές. Τρόμαξε. Σηκώθηκε κι έφυγε χαράματα. Χωρίς να ειδοποιήσει τον αδερφό του.

Έκτοτε αναζητά την ανθρώπινη παρουσία για να μπορεί να κοιμάται. Πληρώνει πόρνες, παρακαλά διανυκτερεύοντα φαρμακεία ή φαστφουντάδικα να τον αφήσουν να κουρνιάσει σε μια γωνιά, στριμώχνεται κάτω από χαρτόκουτα με άστεγους ή δίπλα σε λιπόθυμα πρεζάκια στο δρόμο. Μια φορά το μήνα βάζει τα κίτρινα γάντια του και ορμάει στα μνήματα. Κουβαλάει στο δεξί χέρι έναν κατακόκκινο κουβά. Στο αριστερό μια νάυλον τσάντα με φυτιλάκια, καρβουνάκια, λάδι. Ξεκινά το καθάρισμα με χρονολογική σειρά εξαφάνισης. Κι ας μην είναι η συντομότερη διαδρομή μεταξύ των τάφων που φροντίζει—ο θάνατος δε γνωρίζει από Ευκλείδιο γεωμετρία. Πατέρας, ετών 99. Διεγνωσμένο Αλτσχάιμερς από τα 60 του. Ένα βράδυ έφυγε από το σπίτι. Έθαψαν μια φωτογραφία και τη βέρα του. Μητέρα, ετών 73. Αυτοκτόνησε πέφτοντας από την ταράτσα της, προκειμένου να μην είναι πια βάρος για τον μικρότερο γιό της. Αδερφός, ετών 55. Έφυγε για την Ολλανδία με το σύντροφό του, ένα νεαρό μετανάστη από το Μπαγκλαντές. Κατέληξε από άγνωστη αίτια. Πίσω επέστρεψαν μόνο τα χαρτιά του και μερικά ρούχα που κατέβασαν στο κενοτάφιο. Τρίβει τις μαρμάρινες επιφάνειες, τακτοποιεί το χαλίκι που καλύπτει το χώμα, συμπληρώνει λάδι στα καντήλια κι αλλάζει καρβουνάκια και φυτίλια. Στο τέλος καθαρίζει τους μπρούτζινους σταυρούς με κινήσεις πυροτεχνουγρού—δεν υπάρχει μετά, ο θάνατος είναι μια έκρηξη μη ζωής. Φεύγοντας αγοράζει καφέ από το καφενείο του κοιμητηρίου. Ή, αν είναι τυχερός, έχει τσάμπα ελληνικό και παξιμαδάκι από κάποιο μνημόσυνο.

 

2. Άβελ

 

Ήταν Κυριακή. Και όπως κάθε Κυριακή ο Αδάμ ήταν στον κήπο του. Έσερνε το λάστιχο δεξιά-αριστερά στο γκαζόν και πότιζε τις τριανταφυλλιές. Ύστερα τις κλάδευε προσεκτικά, συνήθως σφυρίζοντας κάποιο εμβατήριο. Ο κήπος ήταν στην πίσω πλευρά του σπιτιού, μονωμένος από τον έξω κόσμο με ψηλό ξύλινο φράκτη. Στον οποίο σκαρφάλωνε ένας φροντισμένος κισσός. Ήταν Κυριακή. Και όπως κάθε Κυριακή στη μία το μεσημέρι θα τον επισκεπτόταν ο δευτερότοκος υιός του.

Ο Άβελ δεν άνοιγε ποτέ με τα κλειδιά του. Χτυπούσε το κουδούνι και περίμενε στωικά. Όταν είχε πια μπει στο σπίτι έφτιαχνε ελληνικό καφέ σκέτο για τον πατέρα του. Και έβαζε το φαΐ στο φούρνο. Γεμιστά ή μπριάμ ή ψάρι πλακί—στον ίδιο δεν άρεσε κανένα από τα τρία. Ο πατέρας του έπινε αργά τον καφέ και αφηγούνταν τις ίδιες ιστορίες. Για τη μητέρα του που τον εγκατέλειψε χωρίς λόγο. Για τα ζιζάνια που του καταστρέφουν τις τριανταφυλλιές. Για τον πρωτότοκο γιο του που χάθηκε από προσώπου γης. Για τον ατίθασο κισσό που θα ήθελε, αν γινόταν, να βαλσαμώσει. Ύστερα τρώγανε στον κήπο—τον μάλωνε άνευρα που μόνο τσιμπολογούσε. Αφού ο Άβελ μάζευε το τραπέζι, έπαιζε βιολί να τον νανουρίσει στην πολυθρόνα. Συνήθιζε μετά να καθαρίζει λίγο—χωρίς ηλεκτρική σκούπα για να μην τον ταράξει—, να βάζει πλυντήριο, να σιδερώνει. Όταν ξυπνούσε ο πατέρας του έφτιαχνε ξανά καφέ. Και ξεκινούσαν οι γνωστές αφηγήσεις. Προς το σούρουπο τον έκανε μπάνιο. Τον ξύριζε, τον χτένιζε, του καθάριζε τ’ αυτιά, του έκοβε τα νύχια των ποδιών. Του ανέβαζε το εσώρουχο και τον έβαζε στο κρεβάτι.

Μια Κυριακή όμως δε χτύπησε το κουδούνι. Στη μία το μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Άβελ. Και του είπε πως ερωτεύτηκε. Πως μετακομίζει στο εξωτερικό. Και πως ξέρει ότι δεν τον αγάπησε ποτέ σαν γιο, παρά σαν μια συνεπή οικιακή βοηθό. Και το έκλεισε. Εκείνος δεν πρόλαβε να πει κουβέντα. Ούτε ήθελε.

Τώρα, μπροστά στις κάμερες, τα φώτα και το κοινό, σε μια θέση στο ένα άκρο του στούντιο, αφηγείται την ιστορία του. Η τηλεπαρηγορήτρα γνέφει με ενδιαφέρον σε κάθε του λέξη. Όταν όμως η κάμερα του κάνει κοντινό, εκείνη κοιτάζει αλλού ή αστειεύεται με τους συνεργάτες της στο πλατό. Για μερικά δευτερόλεπτα χιλιάδες τηλεθεατές στεναχωρήθηκαν με την ιστορία του. Ή εξοργίστηκαν. Οι τριανταφυλλιές στον κήπο του έχουν μαραθεί. Ο κισσός σέρνεται εκεί που υπήρχε γκαζόν. Και στο φράκτη κάποιος έχει γράψει με σπρέι: βόθρος του Θεού ο κήπος της Εδέμ.

 

3. Σηθ

 

Η συγχωρεμένη η μάνα του—μαθητευόμενη μάγος στα ιατρικά—τον είχε στείλει για εξετάσεις. Για το συκώτι του. Φοβόταν ότι το ‘χε καταστρέψει με τα ποτά. Τον πρόσεχε παραπάνω απ’ όλους γιατί ήταν ο Βενιαμίν της οικογένειας. Κι ας ήταν ο λόγος να χαλάσει ο γάμος της. Όταν του έδωσε το φάκελο με τα αποτελέσματα η μικροβιολόγος τον συνόδευσε με τρεις λέξεις: Πολλαπλή Χημική Ευαισθησία. Ήταν 33 ετών. Δε μπορούσε πια να χρησιμοποιήσει σαμπουάν ή αποσμητικά ή απορρυπαντικά. Έβγαζε εξανθήματα. Το δέρμα του κιτρίνιζε και ξεφλούδιζε. Τα μάτια του πρήζονταν. Και είχε αφόρητους πόνους στα δόντια. Η μητέρα του ανέσυρε τότε από τα βάθη της μνήμης της την αλχημεία για την παρασκευή αλισίβας. Μάζευε βρόχινο νερό. Έκαιγε κούτσουρα στην ταράτσα και μάζευε τη στάχτη. Έπλενε τα πάντα—και εκείνον—με αυτό το μίγμα. Έβραζε το νερό της βρύσης πριν τον κάνει μπάνιο, πριν το βάλει στο ψυγείο για να έχουν να πίνουν, πριν του ετοιμάσει τα συμπράγκαλα για το ξύρισμα. Όταν εκείνη πέθανε, 73 ετών, εκείνος δήλωσε απώλεια της αστυνομικής της ταυτότητας και ψεύτικο αριθμό κοινωνικής ασφάλισης. Και συνέχισε να εισπράτει τη σύνταξή της. Μερικά βράδια έπιανε τον εαυτό του να δοκιμάζει τα ρούχα της μπροστά στον καθρέφτη. Στην αρχή στ’ αστεία. Στη συνέχεια με την έξη αλκοολικού. Είχε αφήσει τα μαλλιά του να μακρύνουν ως τους ώμους. Κι ας αραίωναν επικίνδυνα πάνω από το μέτωπό του. Στα τρίχρονα της μάνας του ντύθηκε εκείνη. Στρίμωξε και τα πόδια του στα κυριακάτικα παπούτσια της. Και πήγε στην τράπεζα με την ταυτότητά της. Να σηκώσει όσα λίγα είχαν περισσέψει στο λογαριασμό της. Εντός μισής ώρας ήταν στο κρατητήριο του Α.Τ. Παγκρατίου. Πλαστοπροσωπία, απάτη κατά του Δημοσίου κατά συρροήν, υπεξαίρεση, βεβήλωση μνήμης νεκρού, πλαστογράφηση δημοσίων εγγράφων—η λίστα του κατηγορητηρίου τον έφερε στις φυλακές Ιωαννίνων. Σαν σήμερα αποφυλακίζεται. Το δέρμα του είναι σκασμένο και κίτρινο. Τα ρούχα του δεν έχουν χρώμα κρινόλευκο. Τα περισσότερα δόντια του—όπως και τα μαλλιά του—έχουν πέσει. Στο δεξί του χέρι έχει χτύπησετατουάζ το όνομα της μάνας του: Εύα. Όταν άνοιξε και η τελευταία πόρτα δεν ήξερε προς τα που να βαδίσει.

 

 

[*Τα ονόματα Κάιν, Άβελ και Σηθ σημαίνουν στα εβραϊκά ‘απόκτημα’—αλλά και ‘λόγχη’—, ‘εκπνοή’—αλλά και ‘θλίψη’—, ‘ιστάμενος’—αλλά και ‘εκλεκτός’—αντίστοιχα.]

http://apapant.blogspot.co.uk/

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: