Θεόδωρος Πανάγος – Ευάγγελος

 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

Μέρα και δρόμος. Αυτά μοιράζουν την ζωή μου. Συνεχής κίνηση. Συνεχείς και οι νευρώσεις. Πάντα λόγια από πάνω. Να κινούμαι προς το άγνωστο κάθε φορά. Περασμένα σαράντα. Σχεδόν νέος. Και ετοιμόρροπος. Είκοσι χρόνια δείχνουν αρκετά. Στην υπηρεσία του πολίτη. Προστασία και υπηρεσία λένε οι Αμερικάνοι. Μέχρι που πυροβολάνε κάποιον αράπη που τους στραβοκοίταξε. Έτσι κι εδώ. Πάντα κινούμαστε με πλάνο. Μιά ομάδα με μια αναπνοή. Τα ωράρια είναι τουλάχιστον ανώμαλα. Τα λεφτά είναι τουλάχιστον λίγα. Ο κίνδυνος έιναι πάντα ανύπαρκτος. Ο στόχος πάντα κίβδηλος.

Κινούμαι πάντα μόνος και αναφέρω κάθε απόγευμα. Κινητά και ασύρματοι έπαψαν να υπάρχουν. Ασφάλεια πάνω απόλα. Εμείς επιτελούμε έργο εδώ κύριοι. Από καιρό είμαι στο φεύγω. Κάθε πρωί η μηχανή που περιμένει. Κράνος και γάντια. Ένα μικρό πέρασμα από το τμήμα. Και ξεχύνομαι. Με τον καιρό αναπτύσσεις μάτι για τα σπέσιαλ. Τα παράνομα. Τα εξώφθαλμα. Τα κάθε είδους περίεργα. Κάφες πάντα σε καινούργια μέρη. Τις πιο πολλές φορές κερασμένος. Και ας μην ξέρουν, καταλαβαίνουν. Κάμελ και εσπρέσο. Αλληλουχία και πρωινή ιεροτελεστία.Για τουλάχιστον δύο ώρες καφές και παρατήρηση. Είπαμε.Τα περίεργα υπάρχουν παντού. Πρέπει απλώς να κοιτάς. Μάτια ανοιχτά. Ενατένιση. Γλώσσα του σώματος. Όλα άμεσα αναγνωρίσιμα.

Κάπου εκεί δέχομαι τις πρώτες επισκέψεις. Κακές μνήμες. Κατάμαυρες σκέψεις. Κάποιος μια φορά μου εξηγούσε ότι όλες οι σκέψεις μας ελέγχονται βιοχημικά. Είναι παράγωγα αντιδράσεων βιολογικών στον εγκέφαλο μας.Έστω κι έτσι μπορεί να έιναι κάτι σαν απόρροιες μίας στέρησης. Σηκώνομαι πάντα και κατευθύνομαι στον πάγκο της καφετέριας. Διπλό ουίσκι και νερό. Κάμελ και Βατ. Αμέσως αρχίζει η χαλάρωση. Το σώμα αποκτά ηρεμία.Το μυαλό εναρμονίζεται. Πάντα χωρίς πάγο. Και όσο γίνεται χειρότερη ποιότητα .Μπορώ να πω ότι το φτηνό ουίσκι μου σώζει την ζωή μέρα με τη μέρα. Πληρώνω και ανεβαίνω στη μηχανή. Κάπου εκεί αρχίζει και επίσημα η μέρα. Ο πόνος γεννιέται ξανά ως ευθύνη. Το χάος μπαίνει σε ένα πρόγραμμα. Συγκεκριμένες βόλτες. Με συγκεκριμένες οδηγίες.Και όσο πιο διακριτικά γίνεται.Πάει καιρός που με τα προβλήματα μου η ομάδα αποφάσισε να με θέσει σε περιφερειακό ρόλο. Λαγωνικό. Δουλειά μου να μαζεύω με έναν ιδιότυπο τρόπο πληροφορίες. Εδώ και καιρό δεν συμμετε΄χω σε συλλήψεις. Έμμεσος υποβιβασμός. Στην τελική νομίζω ότι ο υποτιθέμενος υποβιβασμός είναι μια απελευθέρωση. Η δουλειά μου γίνεται όλο και απλή. Και αφήνει με τον καιρό χώρο για τις πολύτιμες στιγμές. Τις πολύτιμες σκέψεις. Το περίστροφο και οι σφαίρες μου σύμμαχοι. Συνοδοιπόροι και μαθητές και δάσκαλοι.

Οι σκέψεις και οι βόλτες δεν τελειώναν έυκολα.Το πρωινό αλκοόλ σπουδαία εφεύρεση. Πολλοί θα λέγανε ότι το πιώμα με κατάστρεψε .Εγώ νομίζω ότι απλά απλοποίησε την προηγούμενη σκατένια ζωή μου. Έκεινο το πρωί το πρόγραμμα πήγαινε ρολόι. Σταμάτησα σε ένα φωτεινό μοντέρνο καφέ στο Περιστέρι. Το στυλ ήταν καπως προαστιακό και επαρχιώτικο. Καφές Βατ και πολλά τσιγάρα. Πέρασα από τα μέρη που μου υπεδείξαν. Από το πρωί μια αγωνία να τραβηχτώ στο σπίτι. Περίπου το μεσημέρι παρέδωσα πνεύμα. Η μηχανή βαριά στα χέρια μου. ¨Όλα έιχαν προορισμό. Το ουίσκι βάραινε τα μάτια. Η ζωή φαινόταν αργή και στάσιμη. Σταμάτησα σε ένα τυχαίο καφενείο με μπαρμπάδες. Τσίπουρο σκέτο. Πάγος και μεζές ποτέ δεν μου έκαναν εντύπωση. Στο μέρος πολλή φασαρία ,χαρτιά τάβλι και στα μισά τραπέζια Φίλαθλος και ελληνικοί καφέδες. Το πρώτο τσίπουρο έφερε την ζέστη. Στο μυαλό μου φαντασίωσα τζάκια σε ακριβά ξύλινα σπίτια περικυκλωμένα από βουνά χιονιού. Κάπου εκεί ανάμεσα εκείνη. Παντοτινά εκείνη μέσα στις σκέψεις μου. Σε εκείνες τις ώρες στα άθλια καφενεία άρχιζε και χανόταν ο έλεγχος. Τσίπουρο και εκείνη.

ΔΗΜΗΤΡΑ

Οι μέρες αντιστέκονται. Τις πιο πολλές φορές βρίσκεται η κόντρα. Κάθε πρωί το ίδιο σενάριο.Ξύπνημα και λεωφορείο στις 6.Άλλοτε βράδυ. Άλλοτε μόλις έχει χαράξει. Στη δουλειά περιμένουν μυθικοί διάδρομοι. Θριαμβευτικές τουαλέτες. Αγέρωχα γραφεία. Παντοτινές σκάλες. Στις έξι και μισή με μία σκούπα.Τσιγάρο και σπαστός καφές στα κλεφτά. Ο χώρος πάντα έτοιμος για να καταφτάσουν οι οικονομικοί φωστήρες. Διευθυντές και γραμματείς. Προιστάμενοι και απλοί υπαλληλοι γραφείου. Άνθρωποι μερικές σκάλες πιο πάνω. Μία συνήθεια και η ιεραρχία στο κτίριο.Στο χαμηλότερο σκαλί οι πελάτες. Οι διάφοροι πολίτες. Ερχόταν να δώσουν το χρήμα. Να πληρώσουν όλους μας. Και βρίσκανε σκληρό τοίχο. Εφορία αλλά όχι ευφορία. Μέρες πέρναγαν. Το μικρό ραδιοφωνάκι πολύτιμη βοήθεια. Μουσική και σφουγγάρισμα δέναν και πριν το καταλάβω τελείωνε άλλη μια μέρα. Εκείνο το πρωί τα πράγματα τυπικά.Σιγά σιγά και μεθοδικά σκούπισμα, σκουπιδοσακούλες, τουαλέτες και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις. Στο ράδιο οι γνωστές μουσικές. Παλιά Μοσχολιού και Πάνου. Που και που Στέλιος και Πάνος Γαβαλάς. Σαράντα χρόνια πριν. Η ζωή και ο έρωτας σε αρμονία. Απλή και καθαρή ζωή. Φτωχή μέρα και πλούσιοι άνθρωποι. Το μεσημέρι τέλος σε όλα. Περπάτημα για τη στάση. Συνωστισμός ,κορναρίσματα και ζέστη. Κάπου ανάμεσα εκείνος. Πάντα εκείνος. Φάντασμα. Απολειφάδι του αλκοόλ. Ανθρώπινος σκουπιδοτενεκές. Στο σπίτι.

ΝΙΚΟΣ

¨Ενας πατέρας. Και η μητέρα. Η ζωή στο σπίτι και η ζωή με όλους τους άλλους. Ο κύριος αστυνόμος να φθίνει συνεχώς. Και στη δίνη του όλοι μας. Και στην στέρηση του εκεί. Και στις παρεκτροπές σκληρή άμυνα. Πάντα έφτανα με αγωνία στο σπίτι. Σίγουρος ότι ο μικρός μας τύραννος θα έιχε σκαρφιστεί μεθυσμένος καινούργιο τέχνασμα. Ανεξάντλητα ανακυκλούμενα βασανιστήρια. Πρωτίστως ψυχολογικά και ενίοτε βαρύτερα. Εκείνο το μεσημέρι κενή διαίσθηση .Με τον καιρό είχα αποκτήσει μια απόσταση και μια ψυχρότητα. Στα δεκαπέντε κάπως είχα αποστασιοποιηθεί. Σκληράδα στην σκληράδα. Και τυφλότητα έναντια στα καθημερινά μπάχαλα. Η συνήθης διαδικασία ήταν να φτάνω σπίτι και πενήντα μέτρα μακριά να ακούω φωνές και καργιολίκια .Οι γέροι πάντα βρίσκαν κάτι. Με μαθηματική ακρίβεια κάποια στιγμή θα συνέβαινε. Κάθε μέρα τα πράγματα γινόταν ακόμα πιο θλιβερά. Σαν τις ρομαντικές μουσικές της μάνας. Σαν τα καυτά ουίσκι του μπάτσου. Συγκρούσεις μετωπικές με διακόσια χιλιόμετρα.

Εκείνο το μεσημέρι πάρκαρα το παπί άναψα τσιγάρο και περίμενα να ηρεμήσω.Είχαμε καιρό γίνει θέαμα στην γειτονιά. Ο μπάτσος που έδερνε και τον ίσκιο του.Η γειτονιά βρώμαγε φτηνά τσίπουρα και εμετό .Και είχε σάουντρακ παναγίες και Βίκυ Μοσχολιού. Ανέβηκα τις σκάλες και άνοιξα. Στη διαπασών Μεγάλη Παρασκευή αλλά εκτός αυτού τέλεια ησυχία. Χωρίς να πω κάτι προχώρησα στον διάδρομο .Κλείσμένος σε ελεγχόμενο περιβάλλον. Κάμελ και μαύρο. Μία ηρεμία αγνή. Και μια ελαφριά αίσθηση δυστυχίας.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

Έφτασα στο σπίτι όπως όπως. Ένας θεός ξέρει πως γλύτωσα δέκα φορές τρακαρίσματα και πτώσεις .Ο αέρας που χτύπαγε στη μηχανή ενέτεινε το φαινόμενο. Όλα καυτά. ο σπίτι ο ναός μου. Και ιέρεια η άρχαια Δήμητρα. Μάνα μου και γυναίκα και κόρη μου και τέλος μου. Και η άρχή. Και μια άισθηση βαθιά ότι τίποτα δεν πάει καλά. Ήταν μήνες που τα συναισθήματα μου με καβάλαγαν. Και το μεσημέρι με έβρισκε απέναντι της με ένα σκοπό. Θα φεύγαμε μαζί. Εγώ αυτή και ο μικρός έιμασταν μόνοι στον κόσμο. Άθλιες δουλειές και ένας βούρκος απέραντος μέσα μας. Πληρωμένοι χαμηλοί υπηρέτες. Και μεταδιδόμενοι κοινωνικοί καρκίνοι. Από γενιά σε γενιά. Αναγεννόμενη μιζέρια. Το σαπισμένο κοινωνικό σώμα. Και η γαμημένη γειτονιά. Πάντα να μυρίζει φτηνό κάτουρο και εμετό. Σε αυτό το παλάτι φύοταν ο μικρός μας πρίγκηπας. Ρόδο κομμένο πριν ανθίσει. Παρατημένο σε μια λίμνη με σκατά. Παντού γύρω μας εκείνοι. Είμασταν οι τρεις μας εκείνη την μέρα. Και δεν έμενε πλεόν χώρος. Όλα μας πνίγανε. Το όπλο μου κοιμόταν χρόνια. Έφτασα και κουρασμένα της είπα να κλείσει την μουσική. Μεγάλη Παρασκεύη. Κινούμενα φέρετρα μέσα στις ψυχές μας. Με άγιες πράξεις γεμάτη εκείνη η μέρα. Πάλη μέρα με την μέρα χώρις κανέναν προορισμό. Με μια αγκαλιά της τα είπα όλα. Έσφιξα τον πανέμορφο λαιμό της. Από αυτήν δεν ακούστηκε παρά ένας αναστεναγμός. Την φίλησα και την άφησα έτσι σαν χαμένο άγγελο πάνω στο κρεβάτι. Ένας άγγελος ολοδικός μου με κρυφά φτερά. Που τα βλέπω μόνο εγώ.

Στο δωμάτιο του .Το βαρύ περίστροφο ρομφαία που θα μας απελευθέρωνε επιτέλους. Δεν χτύπησα. Φτηνό χασίσι η μόνιμη μυρωδιά. Και μουσική .Η μεγάλη Παρασκευή στο ριπίτ να μου θυμίζει τον σκοπό μου. Ο μικρός κοιμόταν. Αθόρυβα και με το μαξιλαρι. ¨Ένα τράβηγμα και ένα βήμα πιο κόντα στο όνειρο. Όχι δεν ήταν τσίπουρο και ουίσκι. Ήταν η κρυφή μυστικη ουσία της ζωής μας. Η νομοτέλεια .Που πρέπεινα προσεγγίζουμε με θάρρος. Εκείνες τις στιγμές χτύπαγα την πόρτα του θανάτου. Επιτέλους ελέυθερος. Αίμα στα λευκό σεντόνι. Αγνότητα και ζωή.

Έμεναν τα τυπικά. Περίστροφο στην διαλεχτή καρδιά μου. Και ένα τέλος. Χώρις πόνο για πάντα μαζί. Ησυχία.

 

theodorospanagos@gmail.com

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: