Μαίρη Κλιγκάτση – Moleskine

Ο γιατρός λέει πως τα ξημερώματα τυχαίνει να συμβαίνουν οι περισσότερες αυτοκτονίες.

04:44 ευλογημένη ώρα: να περπατώ στο δρόμο και ν’ ακούω τον εαυτό (μου)· εμένα (εγώ). Η τελευταία. Που έτρεχα να φύγω μακριά μονάχους-μονάχους, σφιχτοδεμένη με το λουρί από το ρολόι μου. Που γυρνάω σαν την τρελή παρέα με τα τριάντα μου χρόνια, τις τρεις ρυτίδες έκφρασης και τα σαράντα νούμερο γοβάκια μου. Που υπολόγιζα τη διορία μου με κρατούμενους έρωτες· τις αντοχές μου με χωρισμούς διαιρέτες· τη διάθεσή μου με δισκία σεροτονίνης και φιάλες βότκας.

Ο γιατρός λέει πως όταν βρέχει οι άνθρωποι μελαγχολούν. Συντονίζονται με τη φύση και ξεπλένονται.

Μαλακίες! Εγώ δεν μελαγχολώ. Ούτε συντονίζομαι. Εγώ θυμώνω. Εγώ θέλω να βρέχει, για να βρέχομαι. Τόσο απλά… Και να μπερδεύω τους ήχους. Του ρολογιού. Των τακουνιών. Δεν ξέρω ποιος είναι τι. Ρετσιτατίβο η βροχή; Άρια το κλάμα μου. Φούγκα τα τακούνια στο πεζοδρόμιο; Με αντίστιξη να απλοποιούν τους ήχους τα παλαμάκια μου.

Πάντα όταν ήμουν μόνη χτυπούσα παλαμάκια. Παιδικά τραγούδια δεν έμαθα ποτέ. Ούτε έπαιζα στην αυλή με τα άλλα κορίτσια. Λάσπωνα τα μούτρα μου και τα γόνατά μου παρέα με τα αντρογύναικα.

Ο γιατρός λέει πως όταν παίρνει να χαράζει ο άνθρωπος γίνεται πλαστελίνη. Και τον πλάθουν. Οι φόβοι. Οι εμμονές του. Γι’ αυτό φυγαδεύει αυτοχείρως και ανυπερθέτως τα όριά του.

Όμως εγώ δεν βλέπω ποτέ το ξημέρωμα. Γυρνάω σπίτι βρεγμένη και ασπόνδυλη, μαλακή και πρησμένη απ’ το κλάμα και ρουφάω με καλαμάκι τη διαλυμένη στο νερό φαρμακευτική μου ευθυμία.

Μετράω: ένα προβατάκι, δύο προβατάκια, τρία προβατάκια. Στα δώδεκα παίρνω την αγέλη των αμνών και την κοιμίζω σ’ ένα αυτοσχέδιο αμνιακό τσουβάλι. Και μετά πάλι απ’ την αρχή. Ώσπου να μπει το φως. Ώσπου να αρνηθώ να δω το φως.

Μην με διακόπτεις. Μου θυμίζεις εκείνον. «Κυρία μου, ο χρόνος μας τελείωσε. Ραντεβού σε μία εβδομάδα. Φροντίστε να μην παραλείψετε πάλι κάποια από τις δόσεις σας».

Moleskine, γράφει: Δεν έχω χρόνο για να τελειώσει.

Υπονοεί: Ας ασχοληθεί κάποιος με την καρδιά μου.

Σου έλεγα -πριν με διακόψει αυτός ο ηλίθιος- πως τις νύχτες που πρόκειται να βρέξει τις ξεχωρίζω. Ντύνομαι. Νύφη. Φοράω τακούνια. Όμορφα να πονάει ακόμα και η άσφαλτος…

Τακούνια και ρολόι: σφαγή δρόμου· αγχόνη χρόνου. Τικ… Τακ… Τικ… Τακ…

 Όμορφη που γινόμουν εκείνες τις νύχτες… Σωστή κυρία· ντυμένη θάνατος· συντροφιά με τον Νικ· καλοστημένη υπνοβάτισσα· Κασσάνδρα δικών μου κακών: ψιθυρίζοντας ασθματικά τις “Murder Ballads” ν’ αναπνέω έμπλεες ελπίδες.  

Ο Νικ, τα τακούνια, το ρολόι και το μαύρο νυφικό μου: σύνθεση μεταμοντερνιστικής αισθητικής πάνω στο καβαλέτο του πιο αδέξιου γλύπτη. Της ζωής μου.

Ο δεύτερος γιατρός -που δεν με διέκοπτε, ούτε έτρωγα ώρες πολλές με κίνηση και ήλιο, για να θρονιαστώ στην αποστειρωμένη, δερμάτινη, συμβουλευτική του μαστούρα- έλεγε πως όταν βρέχει τα αγαπημένα ζευγάρια αγκαλιάζονται στο κρεβάτι και βλέπουν «ντι βι ντι».  Άκου λέξη! «Ντι βι ντι!». Αστειότατη κατά τ’ άλλα, παρά το δράμα μου.

Ναι, αλλά εγώ ούτε ζευγάρι έχω, ούτε «ντι βι ντι». Τον κοιτούσα σαν χαζή όταν επέμενε πως η διάγνωσή του είναι σωστή. Κι έλεγε πως φταίω. Κι έλεγε πως αφού ούτε μεθαμφεταμίνες παίρνω, ούτε κόκα, ούτε επιδίδομαι συστηματικά σε οργιώδεις περιπτύξεις, φταίω. Γιατί η ψυχοσύνθεσή μου αδίκως ανισορροπεί. Δεν υπάρχει παθογένεια. Μόνο εμμονή. Υπάρχει μόνο εμμονή πόνου άνευ υπαρξιακής δρομολόγησης και βαθύτερης καταβολής. Τάδε έφη ο δεύτερος.

Moleskine γράφει: Δεν τον θυμάμαι πια. Μόνο τον σκέφτομαι. Σαν κομμάτι που υπήρξε. Δικό μου. Το παζλ εγώ. Το ανολοκλήρωτο. Κι αυτός η γωνία μου.

Υπονοεί: Το μόνο που λείπει η αυτοκαταστροφή του. Κι η αγάπη.

 Καταλαβαίνεις τώρα; Δεν γιατρεύομαι, γιατί δεν έχω «ντι βι ντι». Γιατί δεν έχω ζευγάρι. Κάλτσα πλυμένη και στεγνωμένη βίαια στο καλοριφέρ της κουζίνας. Το ζεύγος της αγνοείται.

Δεν έχω «ντι βι ντι», γιατί μου το πήρε ο Α. από το σπίτι όταν χωρίσαμε. Αυτός έγραφε -βασικά γράφει ακόμα· δεν πέθανε γαμώτο!- την ομάδα του για να απολαμβάνει τα τέρματα, παρέα με τα ποπ-κορν που του τηγάνιζα εγώ. Ελαφριά, χωρίς μαργαρίνες και λοιπά ζωικά. Κι εγώ περίμενα την ευλαβική θεά ν’ ακινητοποιηθεί από το σφύριγμα λήξης, για να με πάρει αγκαλιά. Σκυλίτσα πιστή με τη γλώσσα έξω. Εγώ. Μονιμότερη η ζητιανιά μου κι από το προσωρινό της αγάπης του.

Κι έτσι πια, όταν βρέχει γυρνάω. Τριγύρω και παντού. “Pata-pata” εγώ να τραγουδώ και πάτα-πάτα με να ικετεύει το πεζοδρόμιο. Πώς γίνεται να νιώθεις μοναξιά με τόσο πέρα δώθε;

Κυριακή – 04:44 – Βρέχει.

Μέσα-έξω.

Ντούμπλεφας.

 

Μοleskine γράφει: Κρύωσαν τ’ άκρα των ονείρων…

Υπονοεί: Μαμά, πού είσαι; Κρυώνω και πρέπει να κοιμηθώ πριν ξημερώσει…

 

Άνευ γιατρειάς θα γυρνάω κι απόψε. Λοξοπατώντας, λάθρα, μονά, ν’ αναζητώ το σκοινί που θα κόψει την -κατά τ’ άλλα- μη παθογενή ψυχεδέλειά μου.

Άκου με! Μην χασμουριέσαι! Και μην ξεχάσεις να με πάρεις τηλέφωνο αύριο. Να με ξυπνήσεις! Θα σου πω τη συνέχεια της ειρωνείας…

Μου το υπόσχεσαι; Γιατί δεν μιλάς;

 

Moleskine γράφει: Και εγένετο σιωπή.

Υπονοεί: Λυτρώθηκα. Ανηλεής ο κόσμος για κραυγές.

www.duendemagazine.gr

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: