Κασσάνδρα Αλογοσκούφη – Οι Ρινόκεροι της Ερεσσού

 
Αργά το βράδυ όταν όλο το χωριό έπεφτε για ύπνο συνέβαινε κάτι παράξενο κάτω στο ακρογιάλι. Τα γκρίζα βράχια στο τέλος της παραλίας με την καστανή άμμο άρχιζαν να κινούνται σα να θέλανε να ελευθερωθούν. Γίνονταν μαλακές μάζες και κινούνταν σπασμωδικά ώσπου να αποχωριστούν εν τέλει η μία από την άλλη.
Όταν το φεγγάρι κόρωνε ολοστρόγγυλο και τεράστιο πάνω από τα βράχια, αυτά ξεκολλάγανε και μεταμορφωμένα σε ρινόκερους κατέβαιναν με την όπισθεν προς την παραλία. Τα βράχια της παραλίας ήταν στοιβαγμένοι ρινόκεροι που την ημέρα για να μην κινούν υποψίες πέτρωναν και άφηναν τα παιδιά να σκαρφαλώνουν στις ράχες τους ζωγραφίζοντας λιβάδια και μαργαρίτες πάνω στη ρυτιδιασμένη πέτρα.
Το πρώτο που ακουγόταν μέσα στην ερημιά της νύχτας ήταν ένας συνεχόμενος τριγμός. Ο τριγμός γινόταν στιγμιαία εντονότερος ώσπου ξεκολλούσαν ένα- ένα τα σώματα των ρινόκερων και κατέβαιναν παίζοντας αναμεταξύ τους στον αιγιαλό. Στο σύνολο ήταν σαράντα ρινόκεροι και δεν ήταν στα μεγέθη που φαντάζεστε. Επρόκειτο για νάνους ρινόκερους που ήταν ιδιαίτερα φιλήσυχοι. Περπατάγανε κουνώντας τα στρογγυλά οπίσθια μέσα στην άμμο με άμετρη κομψότητα. Τσαλαβουτάγανε στα νερά, Μυρίζονταν μεταξύ τους. Αν ακούγανε ανθρώπινη λαλιά εκεί στο άγριο ξημέρωμα στις τέσσερις το πρωί, τρελαίνονταν από φόβο να μην τους ανακαλύψουν οι κάτοικοι της Ερεσσού. Μαζεύονταν σε κοπάδι και τρέχανε μέσα στα σοκάκια σαν αστραπές. Οι κάτοικοι τρόμαζαν από τον εκκωφαντικό εγκέλαδο που έπληττε τα μικρά τους σπίτια και αλλάζοντας πλευρό εύχονταν να περάσει και ετούτο δίχως να βάζουν στο κεφάλι τους ότι ένα κοπάδι από νάνους έτρεχε σε ασύλληπτες ταχύτητες έξω από τις αυλές τους μέσα στα σοκάκια.
~
Οι ρινόκεροι τώρα ο ένας πίσω από τον άλλον βολτάρουν γύρω από την ημίψηλη Βίγλα. Ύστερα σαν βαριόντουσαν και από αυτό το παιχνίδι κατεβαίνανε στη θάλασσα. Μέσα στο νερό ακολουθούσαν τα υπολείμματα ενός αρχαίου λιμανιού εξαφανισμένο εδώ και αιώνες κάτω από τα λαίμαργα κύματα. Οι ρινόκεροι άλλοι μέχρι τη μέση και άλλοι εντελώς κάτω από το νερό περπάταγαν πάνω στην λευκή οριογραμμή που σχημάτιζε το αρχαίο λιμάνι και στη συνέχεια για ώρα πολύ περιφέρονταν πάνω στον αμμουδερό βυθό χαιρετώντας ένα προς ένα τα βυθισμένα αρχαία της Ερεσού.
Αφού εξαφανιζόταν και ο τελευταίος ρινόκερος οριστικά μέσα στην θάλασσα. Εμφανίζονταν όλοι μαζί ξαφνικά μέσα στο νου των γυναικών. Εισέβαλλαν με οργή μέσα στα όνειρα. Σήκωναν τις γυναίκες πάνω στην πλάτη τους και τις πηγαίνανε βόλτα στα αστέρια. Εκεί ψηλά συναντούσαν οι ρινόκεροι όλους τους αστερισμούς του ουρανού. Κάθε ρινόκερος που κρατά μια γυναίκα τη μετατρέπει σε άντρα και δεν την αφήνει ποτέ πια όπως ήταν παλιά. Όταν κατεβαίνουν από τον ουρανό, ο ρινόκερος και η γυναίκα είναι πιστοί φίλοι. Ο ρινόκερος τη γυρνά στο σπίτι και την απιθώνει στο κρεβάτι δίπλα σε μια άλλη γυναίκα που κάλλιστα θα μπορούσε να ήταν η Σαπφώ.
Ο ρινόκερος τότε μικραίνει ξαφνικά από ντροπή, όταν βλέπει τις δύο γυναίκες να φιλιούνται μπροστά στο παράθυρο και στο ολόκληρο φεγγάρι που υψώνεται σα μάτι κατακίτρινου παρατηρητή. Ο ρινόκερος γίνεται μικρό μαύρο σκαθάρι και σκάβει το πέλμα τους. Εκείνες ασυναίσθητα το παραμερίζουν και συνεχίζουν ανενόχλητες. Ο ρινόκερος ανοίγει την πόρτα και περπατώντας στα δύο συναντά όλους τους υπόλοιπους ρινόκερους να βγαίνουν από άλλα κοντινά δωμάτια με την ίδια ακριβώς εμπειρία. Περπατούν σκεφτικά στα δύο και συλλογίζονται για τον αρχαίο τόπο και τη σημασία του στον σημερινό κόσμο.
Ο τόπος είναι σπαρμένος με αναθηματικές επιγραφές και σπασμένα αρχαία. Οι αρχαιοκάπηλοι αγνοώντας τους ρινόκερους -εξεπίτηδες θέλεις, σκόπιμα πες επιδίδονται- σε ένα ανελέητο κυνηγητό αρχαιοκαπηλίας. Προσπερνάνε με ευλυγισία τους μικρούς νάνους κρατώντας μαρμάρινες κεφαλές μέσα σε κουβέρτες.
Οι ρινόκεροι παραμερίζονται με τρόπο σαν να μην αποτελούν πάρεργο του μέρους και ντυμένοι με σμόκιν κάνουν ένα περίπατο στην αποβάθρα. Κάτω από τα χοντρά τους πόδια χάσκει το κενό και τα άγρια κύματα πιτσιλάνε χαρούμενα τα ξεραμένα δέρματά τους.
 
Το φεγγάρι τώρα κοντεύει να εξαφανιστεί και η αυγή προσμένει να υψωθεί στον ουρανό. Οι γυναίκες έχουν τελειώσει από ώρα τα παθιασμένα φιλιά του έρωτα. Έχουν ανοιχτά τα παράθυρα στις στενές κλίνες. Ο άνεμος και η αύρα της θάλασσας παρασύρουν προς τα έξω τις αέρινες κουρτίνες. Ανεμίζουν σα λευκά πανιά μιας ανείπωτης προδοσίας από κάθε σπίτι του αιγιαλού. Και τα σπίτια σαν βαρκούλες ταξιδεύουν στα όνειρα των γυναικών. Σε ένα κόσμο διαφορετικό από τον δικό μας. Όπου η ασφάλεια του φιλιού και το χάδι δίνεται αβίαστα και με αγάπη.
Οι ρινόκεροι έχουν μπει στη σειρά και επιστρέφουν για τελευταία φορά στην παραλία της σκάλας που οδηγεί στην τοποθεσία των βράχων. Δεν υπάρχει ψυχή εκεί. Μεταμορφώνονται ξανά σε βράχους και επιτέλους το ξημέρωμα ρίχνει το ωχρό του χρώμα σε όλη την πλάση.
 
 
Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: