Δημήτριος Μαγριπλής – Η χώρα της αφθονίας

Υπήρχε κάποτε η χώρα της αφθονίας. Κάτι από εδώ κάτι από εκεί, μπόρεσα να πείσω έναν γηγενή που γνώρισα να με πάρει μαζί στο ταξίδι της επιστροφής του. .
Μετά από κάμποσες ώρες και αφού περάσαμε όλα τα χρώματα της δικής μας επικράτειας, βρεθήκαμε σε μια στενή πύλη ενός τεράστιου μαντρότοιχου.
Αφού κοιτάξαμε τον αμίλητο φύλακα,μπήκαμε στην παράξενη πολιτεία.
 
Περπατούσαμε δίπλα – δίπλα σε μια τεράστια λεωφόρο με πανύψηλα γκρίζα κτίρια. Ένοιωθα σαν να με πάταγε κάποιος στο στήθος και όσο κι αν έψαχνα δρόμους κάθετους να φύγει το μάτι μου, ήταν απέλπιδο.Στο ύψος μου, οποιαδήποτε περιστροφή της κεφαλής δεν ωφελούσε στην όραση.Έστρεψα προς τα πάνω. Ακόμη και έτσι το αίσθημα δεν ήταν ευχάριστο. Τόσο ψηλές κατασκευές σαν να συγκλίνανε στο άκρο τους. Μια τρομάρα με κατέλαβε. Λες και είχα μπει σε καταραμένο λουτρό. Όσο περπατούσα μπροστά ένοιωθα να απορροφούνται τα πάντα στο μαύρο της ασφάλτου. Θέλησα να μιλήσω, να μοιραστώ τους φόβους μου,μα ένας αδιόρατος βόμβος με κρατούσε ανίκανο να τον προσπεράσω.
Σκέφτηκα να φωνάξω. Άνοιξα το στόμα μου και το μόνο που κατάφερα ήταν να βομβίσω και εγώ. Δεν το δοκίμασα ξανά. Απλά περπατούσα μαζί με τον άλλο.
 
Κόσμος υπήρχε πολύς. Όλοι σκυμμένοι και με γρήγορα βήματα έμπαιναν σε ατελείωτα καταστήματα στα ισόγεια των πανύψηλων κατασκευών. Καταναλωτικοί παράδεισοι. Και το παράδοξο, δεν απαιτούσε κανείς χρήματα. Έδινες απλά τον κωδικό της ταυτότητάς σου και αυτό ήταν. Έβγαινες φορτωμένος απίθανα πράγματα. Αν δεν μπορούσες να τα κουβαλήσεις,το κατάστημα αναλάμβανε την παράδοση κατ’ οίκον.
 
Φυσικά ως ξένος δεν είχα κωδικό.Δεν χρεώθηκα και κανείς δεν με χρέωσε. Αν και το ήθελα πολύ να τα πάρω όλα.Ειδικά τις χρυσές οδοντογλυφίδες με το ζαφείρι για σήμα στην κορυφή. Επιπλέον ο διπλανός μου βιαζόταν να πάει σπίτι του. Είχε ήδη σπαταλήσει όλες του τις επιθυμίες στην αγορά μιας νεόδμητης κατοικίας.Το παράδοξο ήταν ότι κανείς δεν γέλαγε σε κείνο το παζάρι. Ακόμη και τα παιδιά είχαν ίσως πειστεί ότι, παρά τα τεράστια κουτιά που κρατούσαν στα χέρια τους, η όποια σύσπαση του προσώπου μάλλον ήταν ντροπή στην χώρα αυτή.
«Άλλος πολιτισμός» διαπίστωσα και κάπου βαθιά μέσα μου αναδύθηκε μια εικόνα του τόπου μου. Ο διπλανός μου αμέσως με υποψιάστηκε ζηλότυπα.
 
Εσύ έχεις ιδιοκτησία…, έκανα να αρθρώσω για να του απαλύνω την αίσθηση, μα έτσι που με κοίταξε ένοιωσα ότι σπαταλούσε ακριβώς γιατί δεν είχε τίποτα. Δεν έβγαινε και ο λόγος. Σαν να μην υπήρχε στα μέρη αυτά.
Ο υπόγειος μάς πήγε κατευθείαν στο ζηλευτό προάστιο. Έλεγα και εγώ πως θα ησυχάσει το αυτί μας από εκείνο τον θόρυβο. Μάταια. Κάπου κοντά στο τέλος της διαδρομής αποβιβαστήκαμε. Ανεβήκαμε τις κυλιόμενες σκάλες. Ημίφως κάτω, ένας άψυχος ήλιος επάνω που έσβηνε τη θέρμη του στο ατελείωτο γκρίζο. Ήμουνα παγωμένος. Δεν ήταν τα ρούχα. Άφθονα στις σακούλες των αγορών, μα περιττά για να ντύσεις μοναχικές ψυχές. Φτάσαμε την κατάλληλη ώρα. Ένα τεράστιο φορτηγό ξεφόρτωνε ήδη τα πράγματα του νέου ιδιοκτήτη. Τους έδωσε το κλειδί και με τράβηξε σε ένα εστιατόριο εκεί κοντά. Μπήκαμε μέσα και τα έχασα.Ό,τι τραβάει η όρεξή σου. Διάλεξα θαλασσινά και έφαγα του σκασμού. Το ίδιο και ο άνθρωπός μου. Ήπιαμε και καφέ. Ήταν όμως παράξενο, αφού μόλις φύγαμε από το μαγαζί άρχισα να θέλω πάλι τροφή.
Ακολούθησα βιαστικά τον οικοδεσπότη μου.
 
Το σπίτι ήταν στον τεσσαρακοστό όροφο. Ο ίδιος βόμβος και στον ανελκυστήρα.
Άνοιξε την πόρτα με την κάρτα του. Όλα ήταν στην εντέλεια. Ακόμη και το ψυγείο είχε όλα τα καλά. Άρχισα να περπατάω στο χώρο. Μέτρησα είκοσι βήματα στο πλάτος και είκοσι πέντε στο μήκος στον κεντρικό χώρο. Κάποια στιγμή κόντεψα να χάσω τον ιδιοκτήτη γιατί τα δωμάτια ήταν πολλά. Βρεθήκαμε όμως ξανά προς στιγμήν στη βορινή τουαλέτα. Πρόλαβε και μπήκε. Ευτυχώς διαγωνίως απέναντι υπήρχε και δεύτερη. Εισήλθα και ανακουφίστηκα. Εκ νέου συναντηθήκαμε μπροστά στο ψυγείο. Μα όσες φορές κι αν επαναλήφθηκε το σενάριο, εσωτερικά ένοιωθα ένα κενό. Φοβήθηκα ότι μεταλλασσόμουνα.Θα γινόμουνα τεράστια οπίσθια καρφωμένα σε ένα πελώριο στόμα. Δεν μου άρεσε και σταμάτησα για να δω τη θέα. Άνοιξα την κουρτίνα γιατί μπαλκόνια δεν υπήρχαν και το απέναντι κτίριο μου είπε «γεια». Τα χρειάστηκα και έκλεισα αμέσως.
 
«Τεράστιο σπίτι χωρίς ενοίκους» διαπίστωσα. Δεν τόλμησα να του εκμυστηρευτώ την σκέψη μου. Άλλωστε δεν είχε χρόνο και επιπλέον δεν θα με άκουγε. Ετοίμασε κάποια χαρτιά και βγήκε τρέχοντας από το σπίτι. Είχε πάντοτε δουλειά. Έτρεξα και εγώ από πίσω του. Τι να κάνω και μόνος μου… Αυτή η πόλη με έπνιγε και σίγουρα χωρίς κωδικό δεν είχα δικαίωμα ούτε καφέ να αγοράσω. Ήμουνα και περίεργος να δω τι επαγγέλλεται. Δεν το διαπίστωσα όμως με βεβαιότητα. Αν και είχε κάμποσα πτυχία και μεταπτυχιακά σε κορνιζούλες, δεν με έπειθε. Σίγουρα δεν ήταν από αυτούς που έπαιρναν αποφάσεις.
«Φαντάσου οι ειδήμονες σε τούτη την πολιτεία», έγνεψα στον εαυτό μου. Και όντως το γραφείο του προϊσταμένου του είχε ολόκληρο τοίχο καδράκια με πιστοποιητικά αποφοίτησης από διάσημα πανεπιστήμια και κολέγια. Καθόταν σε ένα μεταμοντέρνο θρόνο και με νεύματα καθοδηγούσε την κίνηση.
 
Τροχονόμος εργασίας αυτός και οι υπάλληλοι,όλοι μορφωμένοι και πειθήνιοι, ακολουθούσαν τις εντολές. Το ρολόι χτύπαγε τις ώρες, μα κανείς δεν το άκουγε. Ήτανε αυτός ο βόμβος…
Μου τράβηξε την προσοχή ένας ιδιαίτερος χώρος που υπήρχε σε κάθε όροφο. «Αναπαυτήριο» έγραφε πάνω στη πόρτα. Ο δικός μου έμπαινε συχνά. Τον ακολούθησα. Ήταν ένας χώρος με κυψέλες κρεβάτια στους τοίχους και ένα εντοίχιο μηχάνημα με καλούδια δίπλα στην είσοδο. Δίψαγα και είπα να πάρω κάτι. Έκπληξη, όλες οι παραγγελίες είχαν να κάνουν με φάρμακα. Βιταμίνες όλων των ειδών. Χημεία για κάθε νόσο και κάθε μαλακία. Απαιτούσε όμως κάρτα και φυσικά δεν μου δόθηκε η ευκαιρία για αγορές. Παρατήρησα όμως τους παρευρισκόμενους και εξεπλάγην.Ήταν το μόνο μέρος στον τόπο αυτό που μετά από την κατανάλωση αρκετών βοηθημάτων οι άνθρωποι μίλαγαν. Άρα δεν ήταν άλαλοι ή φαίνεται ότι ο βόμβος σταμάταγε προς στιγμήν. Υποθέτω, γιατί για μένα δεν άλλαζε τίποτα. Η κάρτα, βλέπετε. Ίσως και η διάθεση για προστασία που είχε ο Πέντε. Έτσι τελικά τον έλεγαν. Όλοι εδώ είχαν αριθμούς για ονόματα. Είδα απέναντι μου κάποιον να πυροβολεί με ψυχραιμία τους γύρω του. Αυτό έκανε εντύπωση μόνο σε μένα, αφού οι υπόλοιποι συνέχισαν να φλυαρούν σε κάτι θεόρατους καθρέφτες.
 
«Χαρά στην επικοινωνία», ειρωνεύτηκα σιωπηλά και έφυγα χωρίς να νοιάζομαι για τη συνέχεια. Η όλη υπόθεση ήταν μια διαστροφική απάτη.
«Όχι για μένα!», φώναξα σχεδόν πραγματικά και άρχισα να τρέχω. Βγήκα στο δρόμο και για καλή μου τύχη, ως σίφουνας, έφτασα στη στενή πύλη.
«Δύο βήματα ακόμα», λέω μέσα μου να πάρω κουράγιο.
«Ένα», και πάνω που λέω «δύο»ένα χέρι πιάνεται από το σακάκι μου.
Παναγιά μου, αναφωνώ και φαντάζομαι τα χρόνια μου σε αυτή τη φυλακή της αφθονίας και του νοός. Μα κάνω υπεράνθρωπη προσπάθεια και χωρίς ενδοιασμούς καταφέρνω το δύο και απελευθερώνομαι λυτρωτικά.
Αχ! Σ’ ευχαριστώ, μου λέει ο Πέντε που σύρθηκε γαντζωμένος από το σακάκι μου έξω στη δική μας γη, στη ζωή των αισθήσεων.
 
 
E – mail: dmagrip@yahoo.gr 
http://facebook.com/dmagrip
 
Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: