Απόστολος Θηβαίος – Απόψεις Ι.

Τα χαρακτηριστικά κάθε εποχής συνιστούν ζήτημα, το οποίο τεκμηριώνεται, παρουσιάζεται και αξιολογείται από την ιστορική έρευνα. Ετούτη, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες, τις ειδικές συνθήκες κάθε εποχής, τα πρόσωπα και τα δρώμενα αυτής εξάγει το συμπέρασμά της, κατατάσσει και αξιολογεί όλα εκείνα τα μεγέθη, τα οποία επικράτησαν μια συγκεκριμένη περίοδο και τελικά προσδιορίζει τη γενικά, παραδεκτή άποψη.

Στοιχεία όπως οι οικονομικές δομές, οι κοινωνικοί συσχετισμοί, η πολιτική δράση, ο πολιτισμός, αποτελούν το υλικό που αξιολογεί η ιστορία. Εξειδικευμένη, με την πρόθεση να καταστεί αναλυτική, η ιστορική έρευνα δεν διστάζει να καταπιαστεί με κάθε τομέα της ανθρώπινης δράσης. Έτσι, λοιπόν και η λογοτεχνική παραγωγή, δεν μπορεί να μην αποτελέσει αντικείμενο κριτικής και έρευνας από το μελετητή. Ο λόγος, ποιητικός, πεζός, επιστημονικός, ο λόγος ως μορφή και ως περιεχόμενο συνιστά αντικείμενο μιας ενδελεχούς μελέτης, η οποία προβαίνει σε ποιοτικές και ποσοτικές εκτιμήσεις, ενώ ταυτόχρονα εκτιμά τους δημιουργούς, αλλά και το βαθμό διαμεσολάβησης ετούτου του λόγου με τους υπόλοιπους τομείς που πλαισιώνουν τις επιμέρους έννοιες και τις ειδικότερες συνιστώσες της κοινωνικής πραγματικότητας.

Ετούτος ο πρόλογος δεν παραθέτεται παρά μόνο για να βεβαιωθεί η μελλοντική εκτίμηση της επίκαιρης, λογοτεχνικής πραγματικότητας, για να καταστεί δηλαδή σίγουρος, πέρα από κάθε αμφιβολία πως η σημερινή κατάσταση στον παραγόμενο και εκφερόμενο λόγο θα αποτελέσει αντικείμενο έρευνας για τον αυριανό στοχαστή. Εκείνος θα κληθεί να απαντήσει στα καίρια ερωτήματα, να παραχωρήσει τις απαραίτητες καταφάσεις στα ζητήματα, τα οποία σήμερα ταλανίζουν τη γλώσσα.

Μιλώντας, όμως για ζητήματα και με δεδομένο την «αυριανή» ανάλυση και την δίχως υπεκφυγές στάση της, ίσως να συνιστά εξαιρετικής σημασίας η έγκαιρη επισήμανση, αδόκιμα έστω, των παραγόντων εκείνων, οι οποίοι πρόκειται να απασχολήσουν την έρευνα. Και τούτη η απόπειρα δεν απαιτεί μια εύκολη ή αισιόδοξη πρόβλεψη, μα μια ειλικρινή κατάφαση απέναντι στις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες της σημερινής, λογοτεχνικής πραγματικότητας.

Δεν αμφισβητεί κανείς πως ο λόγος, ως αντικείμενο της τέχνης έχει γνωρίσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέλιξη και μια ευρύτερη διάδοση. Έχει δηλαδή καταστεί ένα είδος προσβάσιμο από τις πιο πλατιές μάζες, εκείνες οι οποίες πριν από μερικές δεκαετίες δεν μπορούσαν ή ακόμα δεν διατηρούσαν ένα στοιχειώδες, έστω ενδιαφέρον για τα έργα του λόγου. Και τούτο γιατί οι περίοδοι εκείνες ήταν εποχές αγραμματοσύνης και κοινωνικών ή πολιτικών αποκλεισμών, οι οποίοι κάθε άλλο παρά επέτρεπαν στο μέσο άνθρωπο να απολαύσει τους καρπούς του πνεύματος. Η κατηγοριοποίηση των δημιουργών με γνώμονα στοιχεία εξωλογοτεχνικά είχε ως αποτέλεσμα, το έργο όσων έπεσαν θύματα αυτής της πρακτικής, να περιέλθει σε δεύτερη μοίρα, να διατηρηθεί άγνωστο και μόνο όταν σκύψει κάποιος αδέξιος μελετητής να βεβαιώσει ένα χαρακτήρα λιγότερο ή περισσσότερο σπουδαίο. Να αναφερθεί με την ταυτότητά του και το περιεχόμενο αποζητώντας τη συγκίνηση της προσωπικής αισθητικής. Σε μια συλλογική τέτοια ματιά έπρεπε να στοχεύουν οι δημιουργοί, οι οποίοι πλην εξαιρέσεων στάθηκαν στο ύψος τους, μή συγχέοντας το έργο και την ποιότητά του με ζητήματα έξω από την τέχνη, δίχως να διαταράσσεται η πνευματική εξέλιξή τους, χωρίς να ξεθωριάζει η δυναμική του «τάλαντου», το οποίο δεν αποτιμάται και με βεβαιότητα, δεν εξαγοράζεται. Λάμπει και κοσμεί ύστερα από την εκτίμηση και τη διασταύρωσή του με το πλήρωμα του καιρού. Αυτός ο ρομαντισμός όμως στο σκοπό της γραφής, η ειλικρινής δηλαδή τοποθέτηση του ενός ή του άλλου, συνιστά και την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην παραγωγή της μιας ή της άλλης εποχής.

Ο σημερινός καιρός έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό. Πρόκειται για ένα καιρό παράξενο, ο γράφων θα τον αποκαλούσε ως «αιώνα της υπερβολής.» Σε όλους του τομείς μια διαρκής εισροή νέων φωνών, οι οποίες διεκδικούν πλέον, όχι την αγόρευσή τους σε τάσεις, λόγω του νέου και ανατρεπτικού λόγου που προτείνουν. Εστιάζοντας στον όρο της «υπερβολής» και θέλοντας η επιχειρηματολογία τούτη να στέκεται στέρεα, ας λάβουμε υπόψη πως οι νέοι, αυτοί καιροί που διανύουμε δείχνουν μια κριτική ανοχή και έτσι ο καθένας, είναι δυνατόν να ορίσει τον κόσμο μέσα από την πιο βολική για αυτόν τοποθέτηση. Έτσι η υπερβολή μετατρέπεται σε κυρίαρχη τάση, κατακερματίζεται, συμβάλοντας στη δημιουργία μορφών σκέψης και όχι μορφών ζωής. Κάποιος ποιητής γράφει: «Εσύ κοιμάσαι σε άλλη θεωρία» και πώς να βρει κανείς καλύτερο τρόπο να προσδιορίσει τη διαρκή κατηγοριοποίηση σε τάσεις, μόδες, κινήματα, συνδικάτα, πολιτικές ή κοινωνικές φράξιες. Το δικαίωμα αποδίδεται λοιπόν, η ελευθερία φροντίζει για τούτο. Μα είναι μια ελευθερία μη διαχειρίσιμη, τα κριτήρια, τα οποία επιβάλλει χαίρουν μιας υποκειμενικότητας που ποικίλει και εναλάσσεται. Και φυσικά, πέραν πάσης αμφιβολίας τούτο αποτελεί μια κατάκτηση. Δεκτόν. Μα φαντάζει εξωπραγματική εκείνη η θεώρηση πως τάχα όλοι εμείς γυρεύουμε την αλήθεια. Ο προορισμός συνιστά ζήτημα δευτερεύον, εδώ κρίνεται ο ενθουσιασμός, η ακραία δήλωση προτίμησης, το κοινό ακολουθεί άκριτα πια τη στέψη εκείνου που θεωρείται πως κραυγάζει πιο αρμονικά με μια πρόσκαιρη ευαισθησία. Νιώθεις την ανάγκη να ομολογήσεις πως όλα έχουν ειπωθεί, πως όλα είναι πια λυμένα ή απλά ληγμένα, δίχως κανένα ενδιαφέρον. Αναζητούνται νέες λέξεις, νέες ωθήσεις, συχνά το αποτέλεσμα δικαιώνει το δημιουργό, η έντασή του φθείρεται, η ποίηση και ο λόγος αδυνατούν πια να συλλάβουν το νόημα των καιρών. Πορεύονται με απροσδόκητες, μηχανικές κινήσεις, ο λόγος εξαντλείται. Τίποτα νέο δεν λέγεται. Μα δεν πρέπει να τρομάζει αυτή η ομολογία. Το ζήτημα δεν ήταν ποτέ οι θεματικές. Εκείνο που γύρευαν οι πιο γνήσιοι, οι πιο λαμπροί του είδους ήταν το αμυδρό φως, εκείνο που καταφτάνει από το βάθος και δείχνει την κατεύθυνση της αλήθειας. Δεν ενδίδει στις φόρμες, στα μέτρα, δεν βρίσκει κανένα ενδιαφέρον στις άχαρες συζητήσεις πέρι τάσης. Ο αυθεντικός, εκείνος που επιθυμεί τη μετάβασή του στην «Ιθάκη» δεν παρασύρεται από τους υπόλοιπους σκοπούς. Η αλήθεια φαντάζει αρκετά ικανή πρόκληση. Δεν επιτρέπει παράλληλες αναζητήσεις, ζητά το ένστικτο να λάμψει, να εδραιώσει και να συνδυάσει όλα τα άξια μιας περιόδου.

 Προκύπτει φυσικά, δίχως κανενός είδους πίεση, η υποψία του βασικού ερωτήματος, στην προσπάθεια να ορίσουμε το εκλεκτό έργο μιας εποχής. Ο βαθμός αμεσότητας της απάντησης επιβεβαιώνει ή διαψεύδει ακριβώς αυτή το επιλογή.

Η καθαρή αισθητική είναι μια προικισμένη Μούσα, η μόνη που δεν δικαιώθηκε ποτέ. Η πρώτη εντύπωση συνιστά την πιο σπουδαία απόκριση, γιατί είναι ίσως μαθημένο το μάτι να ζητά το «αληθινό» και όταν το βρίσκει να το ομολογεί δίχως υπεκφυγές.

Η γεωμετρία της διάφανης αισθητικής είναι πεδίο πολεμικό, γύρω κείτονται νεκρές ή στην καλύτερη περίπτωση ασθμαίνουν βαριά οι επιβεβαιωμένες απαντήσεις. Επαναλαμβάνονται με το μυστικό τους κώδικα να ολοκληρώνεται πάντα ως αισθητική και βλέμμα. Οι απαντήσεις, ξαναλέει ο γράφων αποτελούν όλες εκείνες τις φωνές που ξεχώρισαν για την ανθρωποκεντρική τους ουσία.

 

Μα η αλήθεια, ατόφια είναι αμφίβολο αν βρίσκεται εκεί. Κάποτε, λοιπόν θα έφτανε ο καιρός να ειπωθεί  και τούτο. Το έργο της παράδοσης μελετήθηκε, παρουσιάστηκε, εκδόθηκε, έγινε κτήμα του κόσμου, κοινωνήθηκε, τώρα πια κάθε αναφορά λέει ελάχιστα, πρόκειται περί ενός «μαυσωλείου», στο οποίο φιλοξενείται στη νεκρή σιωπή της, το πτώμα της έντασης ενός οράματος. Κάθε ποίηση και κάθε κραυγή αποτελεί μια άλλη περιγραφή της ίδιας, ελιοτικής, έρημης γης. Μόνο που η χρησμοδοσία του Βρεττανού επιβεβαιώθηκε και τώρα όντως αντιμετωπίζουμε και ζούμε τρομαγμένοι, ανάμεσα σε τέρατα και αγωνίες. Η παράδοση πρέπει να αποκωδικοποιηθεί και τούτο απαιτεί μια οπτική, η οποία έχει εκλείψει. Εκείνη του συνδυασμού, του αλληλοσυσχετισμού όλως των παραμέτρων, όλων των συνιστώσεων, μέχρι να αποτυπωθεί καθαρό και διάφανο το γεωμετρικό σχήμα όλων των αρχαίων σημείων. Πρέπει να γυρεύει κανείς τη σημασία. Γιατί πια, ετούτος ο λόγος ο παλιός, ο θρυλικός λόγος δεν λέγει, ούτε κρύπτει, μόνο σημαίνει. Και αυτή τη σημασία πρέπει να αντιμετωπίσουμε, αν θέλουμε να λένε για μας πως γυρέψαμε με πείσμα την αλήθεια. Και έτσι πλάσαμε ωραία και καλά έργα, ικανά να διαψεύσουν τα όρια της δημιουργικότητας, να κλονίσουν την πεποίθηση για την απόδοση του όρου «κλασσικό» ή «υπόδειγμα.»

Την ώρα που συγκλονιζόμαστε και μόνη μας σκέψη είναι αν θα κατορθώσει ο αναγνώστης να διακρίνει το σπουδαίο υποννοούμενό μας, καιρός είναι να αρθρώσουμε το σκοπό, να πούμε για ποιο πράγμα γράφουμε, σε ποιον απευθύνονται τούτα τα απενενοημένα σημειώματά μας. Πρόκειται για γράμμα σε άδειο μπουκάλι, κανείς δεν γνωρίζει πού και πότε θα παραδοθεί και αν εκείνος ή εκείνη που το βρει, μπορέσει να εκτιμήσει την ουσία, την ένταση του υψίσυχνου ρεύματος. Να γράφεις για την αλήθεια, εκτιμώ πως σημαίνει να χτυπάς με το μαχαίρι στο νεύρο του υλικού, μέχρι εκείνο να πάρει την όψη και να μοιάσει σε οτιδήποτε αληθινό. Γυρεύω, εννοώ, να σφυρηλατηθεί η πρόθεση και σε τούτο το καλούπι να πειραματιστούμε.

Μα να είναι το αποτέλεσμα ειλικρινές και να φροντίζουμε με τρυφερότητα και όχι δισταγμό, όλα τα χνάρια που κινδυνεύουν να σβήσουν. Ο συγχρωτισμός του λόγου, η ένταξή του σε μια πορεία συνιστά ίσως ένα αντίδοτο στον καταφατικό, κατά τα άλλα κατακερματισμό του. Μονάχα έτσι θα βρεθούμε κάποτε εμπρός στις ακτές ενός «νέου κόσμου.» Η ποίηση δεν είναι προσωπική, μονάχα ο κώδικας και είναι λιγότερο ευτελής υπόθεση για να εισάγουμε στην ακτίνα της υπερβατικής δράσης της, μικρότητες και σκοπιμότητες εντυπωσιασμού. Θέλει ρυθμό και άνθρωπο η ποίηση. Και είναι φτιαγμένη από τις σκέψεις χιλιάδων, μαρτυρικών σιωπών. Το υλικό αυτό δεν επιδέχεται λησμοσύνης.

Να μην λέγονται παρακαλώ πολλά. Πρόκειται περί αυτοκρατικής, πρωτίστως.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: