Άννα Νιαράκη – Η αφαίμαξη της οικουμένης

 

 

Ήρθαν θυμάμαι ένα μεσημέρι χειμωνιάτικο.

Κάπου κοντά στην Πρωτοχρονιά. Δεν τους περίμενε κανείς, δεν είχαν δώσει προηγουμένως κάποιο σημάδι έλευσης. Όλα κυλούσαν πάνω στις ράγες τις καθημερινής ρουτίνας, τίποτε δεν προμήνυε εκτροχιασμό κι ανατροπή.

Τα τελευταία ψώνια, καφέδες απεριορίστου διάρκειας λόγω αδειών, συγγενείς να επισκέπτονται για έναν καφέ και να φεύγουν χαράματα, μυρωδιές από κουλούρια και τσουρέκια, όλα έστηναν ένα προεόρτιο σκηνικό, τόσο γνώριμο, τόσο ίδιο, τόσο προβλεπόμενο λες κι αυτό που γιορτάζονταν ήταν η ιερά στασιμότητα, η οσία πλήξη, η άσπιλος ρουτίνα, η αμόλυντος συνήθεια.

Η χρόνια που κόντευε να λήξει, ήταν μία από τις χειρότερες που είχα περάσει. Μου είχαν πάει όλα απρόβλεπτα καλά. Είχα πάρει προαγωγή και αύξηση, είχα παντρευτεί, είχα ξεχρεώσει το δάνειο για το σπίτι και είχα προλάβει να κάνω και δύο ταξίδια στο εξωτερικό, το ένα μάλιστα με όλα τα έξοδα πληρωμένα από την εταιρεία. Όλα κυλούσαν ήρεμα και ήσυχα, χωρίς τίποτα να απειλεί αυτή την ομαλότητα. Ακόμα κι αν κάποιο ανεπαίσθητο προβληματάκι έκανε δειλά την εμφάνισή του, προτού προλάβω να ανησυχήσω στο ελάχιστο, σαν από μηχανής θεός, ένα χέρι θεϊκό έκανε παρέμβαση και προτού ακόμα εκδηλώσω ψήγματα ανησυχίας, το πρόβλημα όχι μόνο λυνόταν αλλά η εξέλιξη ήταν τόσο ωφέλιμη που το προβληματάκι μόνο καλό είχε εν τέλει κάνει στη ζωή μου.

Είχα αρχίσει να κουράζομαι και να πέφτω σιγά σιγά στην κατάθλιψη. Δεν άντεχα τόση σιγουριά, τόση ευτυχία, τόση αγάπη, τόση πληρότητα, τόση καλοπέραση. Ήθελα κι εγώ να στεναχωρηθώ για κάτι, να ανησυχήσω, να πονέσω, να φοβηθώ. Μα η ζωή δεν με άφηνε. Για κάποιο λόγο με τιμωρούσε με απαράμιλλη ομορφιά και ευτυχία. Μα ο άνθρωπος, ως ον ατελές δεν είναι κατασκευασμένος για το πλήρες. Βραχυκυκλώνει, αλλοφρονεί, ψυχαναλύεται.

Εκείνες οι μέρες ήταν μέρες καταστολής. Είχα αρχίσει να αποδέχομαι στωικά την ολοκλήρωση. Πού και πού συμμετείχα σε συζητήσεις ακούγοντας τα προβλήματα άλλων ανθρώπων και ηδονιζόμουν κρυφά φαντασιώνοντας ότι ήμουν εγώ αυτή που υπέφερε.

Ήταν μία κάποια λύσις. Κάποια παρηγοριά. Φυσικά κι αυτό δεν κρατούσε και πολύ, γιατί αργά ή γρήγορα οι συζητήσεις κατέληγαν σε μένα με τη φράση τι ανάγκη έχεις εσύ, όλα καλά σου πάνε, φράση η οποία κυριολεκτικά με ισοπέδωνε και με φόρτωνε ενοχές.

Δεν υπήρχε ψυχή ζώσα να συμμεριστεί τον πόνο μου. Εκείνες τις μέρες μόνο μια ευχή είχε κατασκηνώσει μέσα στο κεφάλι μου και δεν έλεγε να φύγει. Ευχόμουν δυνατά κάτι να αλλάξει. Κάτι να συμβεί. Κάτι να σπάσει αυτή τη θανατερή ρουτίνα.

Κι όσο κι αν δεν το περίμενα, η ευχή μου τελικά εισακούστηκε.

Ήμασταν όλοι καθισμένοι γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, οι μυρωδιές έσπαγαν μύτες, τα εδέσματα λαχταριστά και προκλητικά, το κρασί παλιό και μεστωμένο, τρώγαμε και τσουγκρίζαμε και ευχόμασταν καλή χρονιά ο ένας στον άλλο, ώσπου ένας θόρυβος εκκωφαντικός πάγωσε τους πάντες. Η μεγάλη τζαμαρία είχε γίνει θρύψαλα. Ένα ποτήρι που ήρθε από το υπερπέραν θρυμμάτισε το ψυχρό τζάμι ανοίγοντας μια πόρτα προς τον κήπο. Σε δευτερόλεπτα, κι άλλα ποτήρια γεμάτα κόκκινο υγρό πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Όλοι έσκυβαν και τσίριζαν ταυτόχρονα. Εγώ γελούσα, έλεγα ήρθαν επιτέλους, ήρθαν. Τα ιπτάμενα ποτήρια δεν άδειαζαν ποτέ. Λες και είχε πάθει αφαίμαξη όλη η οικουμένη.

Κατόπιν τα ανθρωπάκια με τα άσπρα ήρθαν, με έντυσαν κι εμένα στα λευκά και πήγαμε σπίτι μας.

Πραγματικά, εδώ δεν μου λείπει τίποτα. Κι ας λένε όλοι οι υπόλοιποι ότι μου έστριψε κι άρχισα να εκσφενδονίζω ποτήρια γεμάτα κόκκινο κρασί πάνω από το γιορτινό τραπέζι. Εγώ ξέρω καλά πως τα ιπτάμενα ποτήρια με έσωσαν, κι όσο κι αν όλοι πια ανησυχούν για μένα, εγώ νιώθω μια τεράστια ανακούφιση.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: