Άννα Αφεντουλίδου – Πολύ μετά την 11η Μαρτίου του 2011

   

 

   

 

Τα τελευταία χρόνια έβλεπε συχνά εφιάλτες. Παχύρρευστο κύμα να ορμά κατακόρυφο και να την πνίγει. Χωρίς την παγωμένη αίσθηση νερού. Με εκείνη την πνιγηρή υγρασία της ζέστης. Σα λάβα. Έφερνε μέσα του συντρίμμια από κόσμους στεριάς και θάλασσας, αυτοκίνητα και πλοία, τούβλα και μαδέρια, δέντρα και βράχια.

     Ξυπνούσε μες στα ερείπια. Ο εφιάλτης συνεχιζόταν. Χωρίς κύμα ήταν ακόμη χειρότερος. Το νερό λιγοστό. Ο αέρας δύσκολα ανασαίνονταν. Και η περίπτωση να πεθάνεις μια κι έξω ελάχιστα πιθανή. Έπρεπε να δεις πρώτα τις σάρκες σου να λιώνουν.

     Ζούσε πλέον σε μια από τις ομάδες. Έμεναν μες στα χαλάσματα. Μεγάλα τα ανοίγματα, τρύπες κρανίων, τις έκρυβαν ελάχιστα από τους περαστικούς, αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Σ’ αυτούς τους δρόμους τα παλιά χρόνια κινδύνευες από τ’ αυτοκίνητα. Τώρα φοβάσαι τα χαντάκια  που ολοένα πλαταίνουν ξερνώντας αέρια. Μα όλοι τρέμουν πιο πολύ τη βροχή. Τρύπες ανοίγει στο δέρμα, κολλά το ύφασμα, σάπιες πληγές.

 

Κάποτε, σκεφτόταν, άγνωστο πια πόσο παλιά, σιχαινόταν τους σκορπιούς. Όποτε τους χρησιμοποιούσαν σε νούμερα του τσίρκου, έστρεφε αλλού το κεφάλι. Στα ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης, ήθελε να αλλάξουν αμέσως κανάλι. Στα βιβλία, όταν έβλεπε τη σκοτεινή τους φιγούρα, φρόντιζε να μην αγγίξει καν στο σημείο της σελίδας, όπου βρισκόταν η φωτογραφία.

      Τώρα έχει συνηθίσει στην ιδέα. Όλα ξεκίνησαν, όταν συμμετείχε για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ.

      Το τσιμέντο ανάμεσα στους γκρεμισμένους τοίχους ήταν ακόμα ζεστό από τον καυτό ήλιο. Στην αρχή παρέμεινε μες στις σκιές. Έπειτα πρόβαλε σιγά σιγά στο αδύναμο φως ημίγυμνο το κορμί της∙ δεν δυσκολεύτηκε να τον πλησιάσει, αν κι αυτός φοβόταν κάπως στην αρχή. Στριφογύριζε σαν πληγωμένο ζώο. Γυάλιζε σαν ιδρωμένο άλογο. Κάτι στην μυρωδιά του την λίγωνε.

     Μια γυναίκα με γκρίζο φόρεμα κρυμμένη πίσω από την ανεμογεννήτρια παρακολουθούσε σιωπηλή. Μολυσμένος ο αέρας μεθούσε τα μαλλιά της. Η ανάσα βαριά από προσδοκία. Στο χέρι της σπίθιζε η λεπίδα. 

     Μόλις αυτός έχυσε βαθιά μέσα της, της ένευσε κρυφά να πλησιάσει. Ξαπλωμένη τον κρατούσε σφιχτά μέχρι να μην αντιστέκεται πια, ώστε να μπορέσει η άλλη μετά να τον τεμαχίσει. Δεν διακινδύνευε να ανασηκωθεί και να χαθεί το πολύτιμο σπέρμα του.

     Το κεντρί, σκεφτόταν καθώς περίμενε να δράσει το δηλητήριο,  κρυβόταν σχετικά εύκολα κάτω από τον ανάλαφρο χιτώνα. Το ίδιο και η αριστερή πλευρά, προϊόν βίαιης μεταλλάξεως. Γι’ αυτό και δεν θα δυσκολευόταν ούτε τις επόμενες φορές, κάθε που θα περίμενε υπομονετικά στο σκοτάδι…

Μακριά κοφτερά δάχτυλα, άθιχτο διάφανο δέρμα, σφιχτά στρογγυλά στήθη, κατάμαυρα μαλλιά. Δεν ήταν άδικα η επίλεκτη αναπαραγωγής της ομάδας.

 

Είστε πλέον τόσο λίγοι. Εμείς ελάχιστα γόνιμες. Και το κρέας δυσεύρετο μετά την καταστροφή.

annaafen@hotmail.com

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: