Δημήτρης Τανούδης – Έρωτας 2000

*

Μου περνάς το στόμα μ’ ελαφρόπετρα

μέχρι να ζαλιστεί και το τελευταίο μικρόβιο της πιθανής μου αρρώστιας.

Ξαπλώνεις στ’ ορθοπεδικό μας μαξιλάρι,

σουφρώνοντας τα χείλη στο σχήμα της ησυχίας.

 

Έχεις ψεκάσει το σεντόνι με αρώματα του πάθους

–μύκητες ψάλλουν επιμνημόσυνη δέηση,

κάκτοι ιονίζουν τα σάλια μας–,

κι εγώ σκύβω να σε γλείψω,

κι εσύ βγάζεις ένα «αχ»,

κι εγώ μετανιώνω για το σώμα μου,

κι εσύ μου ζητάς «συγνώμη»,

καθώς βαθουλώνω την προστασία μας

μέσα στη λύτρα

την ιστορική σου ρήτρα

για τα ηδονικά ξεπορτίσματα των προγιαγιάδων σου.

 

*

«Απ’ τη χαράδρα του μυαλού

να ραχατεύει η φωνή σου

στο βλέμμα της χαράς

απόγονο της μέρας

να με ζητάς να σε ορίζω

να μου γελούν τα μέσα σου κι αργόσυρτα να φεύγουν

να σπάει η άβυσσος χίλιες ψυχές σ’ ένα φιλί μας μόνο

καθώς με παίρνει η ροή

καθώς σε πλέω πάλι

ξανά στο μισοσκόταδο

να με καλεί η κραυγή σου»

 

γράφω στο κινητό μου

και πατώ το κουμπί

αλλά δεν έχει καλό σήμα.

*

Γιατί υπάρχει ο μαγνήτης της επιστροφής στο ένα,

υπάρχει το ενδότερο κενό του κόσμου,

υπάρχει η ορφάνια που απαυγάζει ο χρόνος

και μένει η πλάτη σου ψηφιδωτό από αγκάθια

τα βράδια που ξαπλώνεις κοιτάζοντας τις έχθρες της ημέρας

χαμένη στα θηρία των μυστικών φωνών σου 

και πια δεν έχω άμμο δεν έχω πρόχειρο κλαδί να μοιάζει με το χέρι σου

να σπάσει να με πάρει στον πυθμένα με τις σαράντα σμέρνες να έρθω στα μαχαίρια που ρούφηξαν το αίμα απ’ τα πρώτα σώματα τη μέρα αυτή που σ’ έχασα και δεν σε βρίσκω μες στα λόγια σου δεν σε βρίσκω στα παλιά σου γράμματα από πηγάδι σε κρεβάτι στις σιωπές σου δεν σε βρίσκω όταν ξεφλουδίζει η πλάτη σου σαν ψηφιδωτό από αγκάθια

και πια δεν έχω άμμο

δεν έχω πρόχειρο κλαδί

να μοιάζει με το χέρι σου

μέσα στην ορφάνια που απαυγάζει ο χρόνος.

 

*

Είναι που αποσύρθηκα στο εγώ,

μου το είπε ο γιατρός

(με επίσημο όρο),

σαν να τραβήχτηκα απ’ τα σκέλια σου πριν χύσω το πάθος.

 

Και ποτέ ο Αυνάν δε ζητούσε απ’ τη σύζυγο να του δέσει τη γραβάτα

ούτε της έκλεινε το μάτι πάνω απ’ της καφετιέρας τη διακεκομμένη σιωπή

που νέο δόντι σημαίνει στο αχόρταγο στόμα του πλήθους.

 

Είναι που αποσύρθηκα,

τραβώντας το αγκίστρι

μέσα απ’ τις κόρες σου,

κι επίσημα

(με όρους γιατρού)

κοιτάζεις εκεί

που ποτέ δεν υπήρξα.

 

*

Έλα καμιά φορά,

μετά τη δουλειά,

να με πάρεις και τρέχοντας να χτυπάμε κουδούνια αγνώστων κλέβοντας τσίχλες απ’ τα περίπτερα με τις γλώσσες στ’ αυτιά και τα υγρά να σκάνε στο παγκάκι,

στο φεγγάρι,

στο χώμα,

στο κύμα,

μέχρι να χαράξει ο κόσμος,

να μεγαλώσουμ’ απότομα

και να είμαστε τώρα.

 

*

Χημεία είναι να χτίζεις ανομοιότητες

πάνω στις ομοιότητες

που έχτισαν τα ετερώνυμα

για να επιβιώσουν μαζί

στο χάος του ξεριζωμένου εμβρύου

που ονομάζεται κόσμος.

 

ανέκδοτη ποιητική ενότητα,

δ. τανούδης, αθήνα 2011

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: