Έκτωρ Πανταζής – Ημερολόγιο Χώματος

1.μονόξυλα

-Είμαστε μιά συνεχής εναλλαγή ύλης όπως το ταξίδι των νερών

-Ζήσαμε λέει μιά εποχή που ο ουρανός ήταν αλήθεια
ζήσαμε λέει μιά εποχή που τ’ άστρα είχαμε συνήθεια

-Παλιό ρολόι σε αρχαίο ήχο χτυπά τις ώρες
με ξενυχτά

-Σε κοιτώ μέσα από το δαχτυλίδι που μου χάρισες
χρυσό πλαίσιο της εικόνας σου

-Τα λόγια είναι μέσα στις θήκες
και τα μαχαίρια κάνουν τη δουλειά τους

-δεν έχω μουσική φαγούρα


2.»λαίλαπα»

ό,τι σκορπά λάσπη
λιθάρια
σκίζει λόφους

ώρα επτά
αντηχεί στου ανθρώπου το στήθος

σαν να με ρούφηξαν χείλη
κόκκινα σημάδια


3.Ψάθες

Όλα του κάμπου τα χορτάρια
θέριεψαν ένα τεφρό
σαν άχνη ανεβαίνει καψαλισμένη ζάχαρη
καθρέφτης που μολύνανε προσωπεία πλείστα
κάτω απ΄ τη γαλάζια σπηλιά
λέει η αφή το πρόσωπό μου
τί ουρανούς μετρήσαμε με τη μορφή του αλλιώς

Μέσα από κάμπο ήτανε αράζαμε σαν πουλιά
στο σύρμα όχι, στον όχθο που έστρεφε νερά
βουνό να κοιτάς τρέλα θάνατος από θανάτους
Της αγάπης πρώτο σκαλί γυναίκα πλευρό μου
πλάστηκες να μου ανήκεις
πλάι πλάι θάλασσα μας πάει

Μαύρο βουνό στην αντηλιά λευκά σύννεφα
αττικό κυανό διάφανη αίγλη αγνάντευα
κινούμενη σκιά πουλί σε μαρμαρόπλακα
Εύκολος δρόμος για κει ο γκρεμός
σβέλτο ελάφι
με χαρακιές
σε όνυχα βελόνα πυρωμένη

Γιατί έτσι ήρθε αίμα που άρδευε τα κάτω
ξύλου και πότιζε η πέτρα
έδενε θάνατο
τέμναν κύκλοι αρχαίοι το βάραθρο
Ό,τι από ψηλά δεν μας ηρέμησε
παλίμψηστα τα λόγια έρχονταν κι έρχονταν
ρυθμοί που βύθιζαν στην ψυχή
Ώ καλάμι ώ στάχυ με κεφάλι χρυσό
στο ένα έτριζαν της γης αρμοί
ακούς ηχή και κόσμο ακούς

Ο χρόνος κάνει το σύμπαν ν αναπνέει
σαν στήθος σαν αετός
Ο χρόνος ανατρέπει αιωνιότητες μπαίνει στα μάτια
Με τη λαβή σου από πίσσα καρφώνω
σε μαχαίρι μου στο μνήμα η αιχμή σου δουλεύει τη ρίζα
Κρυφή στο παράθυρο η γλαύκη πίσω από φύλλα
λύνεται δένεται ο ίσκιος όλος
αστράφτει μεμβράνη σαν φεγγαριού τύμπανο
ελευσίνια ώρα απέριττη ρίψη στο έν

4.Αποπλανημένος της αφής σου

Αγρόγατες κόκκινη συνάφεια στις βατιές
στις βυσσινιές απάνω αστράφτουν
σάλτα πήδος
έρχεσαι στ ακροκέραμα ουρλιάζεις
φεγγαρόγατα από μαύρο λάμψη
από βυθό παίρνεις από βυθό σε παίρνω
είσαι φυγή δόλος είσαι στόμα
είσαι αφή δέρμα γούνα χάδι και ρίγος

Τρέμουν φεγγάρια στις κρύπτες μέσα
δυό μπάλες φως σκιρτούν βύσσινο φλόγα
αδιαπέραστη μιά μνήμη βρίσκει
όσα της μέναν να κατακτηθεί
οργά το μεσονύχτι μες στο αίμα
καυτό κυρτώνει το ολόχρυσο κι αστράφτει μάτια
ξέσπασμα απ΄ όλα τα ψηφιά της μάθησης
ερωτική της καταιγίδας
ένα χρυσό τζιτζίκι στο στήθος καρφίτσα
με γυάλινο φλόγας

Ο ουρανός μέσα στα νεύρα βρυχάται λέων
-αγκάθι να τραβά
είναι το έχος δορκάδα των δασών
δίνει τα ξέφωτα εράσμιο λάδι
Στον ύπνο σου
αστραφτερή σιγανασαίνεις
φεγγαροτίναχτη κι αστέρι

-Μου λες να σ αφήσω
μα πώς
τ όνομά σου θάλασσα κρίνα
εξέχον πάθος βάθος

-Στο βραχόκηπό σου ορκίζομαι
των βράχων σμιλευτή δορκάδα
βροχάνεμος στις κρύπτες σου
λεία και στιλπνή με κυριεύεις
είσαι και είσαι

-σφραγίδα

-Στο χιλιόχρονο κορμό στα βρύα τ όνομά σου χάραξα ανεξίτιλα

http://ector.wordpress.com/

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: