Ντίνα Καραβίτη – Διαλαθόντα

   

 

Ο ήρεμα άπελπις κόσμος της Ντίνας Καραβίτη

 

Μια σύντομη αλλά ουσιαστική πορεία διέγραψε η Ντίνα Καραβίτη με τα τρία βιβλία της Καθ’οδόν (1993), Προς τα που πεθαίνουμε, Ιωάννη (1995) και Επί ξυρού άκανθου (2000).

Βασικά χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι ο επίμονα διακριτικός λυρισμός, η στοχαστική διάθεση και η αμφίθυμη αλλά διαρκής σχέση της με το θάνατο.

[…]

Φανατικός εχθρός του περιττού και κάθε αισθηματολογίας, κάτοικος συνειδητός ενός a priori επιτύμβιου εαυτού, η Ντίνα Καραβίτη κατέστησε σαφές, διακριτό κι ευπρόσδεκτα αγέρωχο το ποιητικό της στίγμα.

 

Γιάννης Βαρβέρης

 

 

Από φίλντισι

 

Το πιάνο

Συχνά θυμάται τον ελέφαντα

Που σκότωσαν

Για χάρη του.

 

Και τον πενθεί

Με λίγα μαύρα πλήκτρα.

 

 

Το σκυλί μου το λέγανε Σαμάνθα

 

Κάποτε

ίσως ξαναβρεθούμε.

 

Κάποτε

Ίσως τα κόκαλα

Που θα σου δώσει

ο Θεός

να παίζεις

 

ίσως

να είναι τα δικά μου.

 

Κατά Σαλώμη:

Προς τα πού πεθαίνουμε, Ιωάννη;

 

Και πώς να γίνω ναυαγός

μ’ ένα δελφίνι να σωθώ;

Αφού δεν έχω πέλαγος.

 

Μέσα στη γη

Πώς να χωθώ για σωθώ;

Μέσα στη γη

σώζεται μόνο η πέτρα.

 

Και αν χαθώ

Ποιος θα πληρώσει το χαμό

Τάζοντας εύρετρα

Για να με βρουν και να σωθώ;

Αφού δεν είμαι κανενός.

Ποιος θα με ψάξει;

 

Ίσως να είχα ουρανό

για να κρυφτώ

και να σωθώ

αν δεν περίμενες εσύ εκεί

ακέφαλος.

 

Για να μας σώσεις.

 

Στη μήτρα

Μιας αταξίδευτης κάμαρας

 

Εκείνη την ώρα της νύχτας.

Της κάθε νύχτας

Που τα μάτια άδεια ξυπνάνε

ανήσυχα

και πεινασμένα.

 

Και ψάχνουν να βρουν

ν’ αδράξουν κάτι.

Ν’ ακουμπήσουν για λίγο ξανά

στο γερο-καθρέφτη.

Στα κομοδίνα τα δίδυμα.

Στην γκαστρωμένη ντουλάπα.

Στο μπαγιάτικο ρούχο το χθεσινό

το τεμπέλικο

που κοιμήθηκε στην καρέκλα

και κοντεύει να σωριαστεί

πάνω στις κουρασμένες παντόφλες.

 

Ακροβάτης επί ξυρού άκανθου

 

Πάνω σε τεντωμένο σκοινί

εύθραυστο σαν το λώρο

χρέος τυφλό

στ’ αυτιά, στα μάτια και στον νου

μ’ ανάγκασε να περπατήσω.

Με νύχια και δόντια όρθιο με κράτησε

και για να νιώθει δυνατό

με κάρφωσε καλού κακού

στην κλίμακα του πάθους.

 

Έτσι ισορρόπησε σαν ζωντανός σταυρός το σώμα μου.

Με χέρια καρφωμένα.

Αν έμεναν ελεύθερα να ψηλαφούν τους ήλους

θα είχα κιόλας τσακιστεί

στο ανιστόρητο.

 

Ενώ άλλοτε παραπαίοντας

απ’ τις αντίρροπες ριπές

κι άλλοτε παραδέρνοντας

απ’ τις ομόρροπες ροπές κατάφερε

 

στο εσαεί να κρατηθεί το πεπρωμένο μου.

 

 

Ο πολλών γενεθλίων

επιζήσας

 

Μας παραπλάνησε ο νεκρός

στο βάθος των ματιών σου.

Κανείς μας δεν περίμενε

τόσο πολύ να ζήσεις.

 

 

Το τάμα του αυτόχειρα

 

Έφυγε μάλλον βιαστικά

χωρίς αποσκευές.

Μόνο κατάσαρκα φορούσε

το τελευταίο δέρμα του.

 

Δεν έταξε πολλά για την Ανάσταση

ένα κομμάτι θάνατο μονάχα.

 

Αυτό που του ανήκε.

 

Από την ποιητική συλλογή Διαλαθόντα (Ποιήματα 1993-2007), επίλογος-επίμετρο Γιάννης Βαρβέρης, Εκδόσεις Κέδρος 2007

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: