Δημήτρης Τανούδης – Σπασμός

[…]

ΣΠΑΣΜΟΣ, τάφρος μ’ ανθισμένα κρίνα, υδρόχαρο ασπράδι των ματιών, κρόκαλο σπέρματος σ’ αιμάτινη λίμνη, βροχή, βροχοσυρμή:

 

βαριές μπιγκόνιες ξεφλουδισμένες από συκοφάγους,

δεν σ’ αγγίζουν γιατί κοιτάζεις πάντα χαμηλά,

συνέχισε, δες την ανάγκη, τα κρόταλα στα χέρια που ακουμπούν μια βρώμικη ευχή κατεβασμένη απ’ τα σύννεφα

κι αγκάλιασε τα σφιχτοδεμένα παράσημα της λαγνείας γύρω απ’ τις ρώγες, όσα κρεμούσα σαν ζωντανά χέλια απ’ τα πρώτα σου βήματα,

κάποιος με μηρυκάζει, κάποιος ψαλιδίζει τα σκόρπια λόγια μου χύνοντας λέξεις μες απ’ το παραμιλητό υπνοβάτη που ονειρεύεται τη σφαγή του σαν καυτή ελπίδα που δεν ξυπνά, δεν φεύγει, αλλά είμαι πάντα εκεί, λείο γυαλί τριμμένο σ’ ελαφρόπετρα, ανάμεσα στα σκέλια, δίπλα σ’ αυτούς τους χωρίς κεφάλια που σπέρνουν λιονταρίσια ρόπτρα στο χώμα της σάρκας κι ύστερα φοβούνται μην ανοίξουν οι πόρτες και φανερωθεί η ψυχή τους,

κοίτα τους πώς φουσκώνουν τις αλυσίδες και μέσα τους μπαίνουν κλείνοντας το φερμουάρ της γλώσσας για να γιορτάσουν το πρώτο αποκύημα του κομμένου ύστερου,

δάγκωσέ το εσύ, μη φοβάσαι, δώσε μου την κρυφή παλάμη που κρατάς γι’ αυτή τη γέννηση, ουρλιάζω και ματώνω, δεν βγαίνει αλλιώς, στην επιστρέφω σαλιωμένη,

άνθρωποι με κοιτούν με ραμμένες τρύπες για στόματα πυρπολώντας εσωτερικά οράματα ακονισμένων ματιών χωρίς θόλους,

είμ’ εγώ η ύπαρξη που φοβούνται,

βουτώ στην υπόνοια της ψυχρήλατης στέρησης κι είναι σαν κοράκια να φανερώνουν ανταύγειες απ’ το χαμένο σου χέρι,

θα στο ξανακολλήσω, κι αν το βγάλεις θα στο ξαναφέρω, αν το χάσεις θα ’μαι εγώ το δεκανίκι, εγώ ο ειρμός, εγώ η καταγαίδα, σταγόνα θα ’μαι καθώς σκοντάφτεις πάνω μου γλείφοντας τη λόγχη που στάζει την ίδια βροχή μ’ αυτή που χύνεις όταν σε καλούν οι θεοί:

 

τραγούδι στη σέλα άγριου αλόγου η ώρα που κυλάς:

 

αγκαλιά με την τιποτένια οντότητα του χάους που κανείς δεν ξέρει πώς άρχισε αλλά τόσο θέλει να βυθίσει τα δάχτυλα στην απόκρημνη χαράδρα της οργασμικής πτώσης,

μια στιγμή να συναισθανθεί με τους ανώτερους, τους πρωθύστερους,

και φωνάζοντας να λέει πως θ’ ακούσει τη φωνή του να καλεί κοριτσάκια ντυμένα Ευτυχίες

και μαζί τους να κάνει έρωτα ώσπου εκείνα να τον διώξουν ακούγοντας το κλειδί στη σοβαροφανή πόρτα του έγκλειστου ναού μιας αναμάρτητης χώρας απροσπέλαστων θάμνων με δερμάτινα γκέμια αλόγων αφηνιασμένων κλωτσώντας στο κενό της υστεροβουλίας των άλλων που γλείφουν τα κρυφά λαγόχειλα άκρα τους,

όλοι μαζί, γυμνοί και κρυμμένοι, σ’ αυτό το σκυλομάδημα από στοιχειωμένες πάλες μέσα σε χαλάσματα χωρίς καθαριστές δρόμων,

εκεί που τα φραγγέλια στριφογυρνούν ποτισμένα με σπέρμα γυρίνων κατοικώντας σοφίτες υπόγειων παλατιών με θαλαμηπόλους άπιστους νυχτοπερπατητές που τους διατρέχουν ανυπόφοροι ίλιγγοι μες στα κίτρινα χαράματα 

                                    όταν τ’ ανάκτορα λαμπυρίζουν και οι θρόμβοι εξοκέλλουν σ’ ανίατες ασθένειες μελλοντικές, αποφύσεις ενοχικές, φοβέρες χολεριασμένες για πάντα κυνηγημένες απ’ την ουρά της καλπάζουσας δεισιδαιμονίας λεωφόρων στρωμένων με τα πέταλα της ανάγκης μας,

τέτοιοι αυτοί και τέτοιοι όλοι καθώς μυρίζουμε τις τόσες άγριες γεύσεις απ’ τις ροδόσταμες ουρήθρες σαν τυφλοπόντικες που αγαλιάζουν με το παράπονο της μαγαρισμένης γούνας: 

 

                           διότι οι λέξεις δεν είναι οιωνοί του αύριο και μάρτυρες του χθες, είναι το τώρα και μαζί το πάντα,

όλοι το ξέρουν κι ας μην ξέρουν ότι το ξέρουν,

                                                         οι λέξεις δεν είναι ειρμός,

                      όλες μαζί, και καθεμία χωριστά, είναι μόνο μια λέξη,

 

ακόμα κι αν δεν γίνεται πια να κλάψεις απ’ τα μυτερά σύμφωνα,

το τραπέζι γεμάτο απ’ αυτά τις ώρες που κανείς δεν ενδιαφέρεται

και πονούν ελάχιστα

σαν μικρά τσιμπήματα πασχαλιάς,

δεν έχουν συμπόνια ούτε καταστρέφουν κόσμους,

αγγίζουν ψυχές σαν νανούρισμα χάδι νυχτερινό ονειρικά παλινδρομώντας σ’ εποχές που τα λόγια ήταν λίγα και ζύγιζαν τόνους ακολασίας,

αυτό είναι που τα κρατά στη ζωή κι αυτό τ’ αφήνει στην αχρηστία της τυφλωμένης άγνοιας μιας φρουραρχίας από υποκριτικές πολεμίστρες που κυρτώνουν στην άγκυρα της φαρμακωμένης ψυχής, αρνούμενη με πείσμα ακατανόητα παράφορο την αγιάτρευτη, συνεχώς ανανεούμενη, ενώ κανείς δεν περιμένει, προϋπάρχουσα, ενώ κανείς δεν της πρέπει, προπορευόμενη, ενώ κανείς δεν αποζητά, ονειρική μήτρα του πραγματικού, αυτής της ανοιχτής πληγής, αυτής της ψυχικής σωτηρίας, αυτής της αχαλίνωτης μπόρας που κανείς δεν προφέρει κι όλοι αναμασούν σαν πλαστελίνη μέσα στον ιδρωμένο ύπνο,

 

μα φτάνει η ώρα να την ομολογήσουμε,

 

ο χρόνος μάς σπρώχνει,

 

κι ακούγετ’ ο άνεμος

 

και έρχετ’ η βροχή :

 

   σ                 π                    α               σ              μ                 ό                  ς

 

Από το βιβλίο Σπασμός, Εκδόσεις  Νεφέλη 2011

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: