Απόστολος Θηβαίος – Η μυστική συγγένεια

 

 

«Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ»

«Γιώργος Χειμωνάς- Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης»

 

 

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε ως φαρμακοποιός στην οικογενειακή επιχείρηση. Το έργο του πολύπλευρο, πρωτοποριακό, ακόμα και για την εποχή που διανύουμε. Ο Πεντζίκης, παραμένει ακόμα ένας αιρετικός για τον κλειστό πυρήνα των κριτικών και των εν γένει, εκτιμητών της λογοτεχνίας. Κυρίως για τη δημιουργία ενός συνολικού έργου, το οποίο παρέκαμψε τις συνήθεις τάσεις και τα κινήματα του καιρού του για να διαμορφώσει και να περισώσει ένα σπόρο αλλιώτικο. Ένα έργο, το οποίο λειτούργησε ως φορέας του υπερρεαλισμού, συνιστά στις μέρες μας μια διαθήκη πολύτιμη, εξαιτίας της μοναδικότητας, αλλά και της συγκροτημένης, εκείνης πρότασης του Πεντζίκη, ο οποίος θέλει την τέχνη του λόγου αποδεσμεύμενη από το λυρισμό ή τη ρομαντική διάθεση των επιγόνων του διαφωτισμού, ικανή να περιγράψει την ανθρώπινη ύπαρξη, τις βαθύτερες αγωνίες της, τη σαφέστατη ολότητά της.

Ο Γιώργος Χειμωνάς, γεννήθηκε στην Καβάλα. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τον τομέα της κλινικής ψυχολογίας. Έζησε στην Αθήνα και το Παρίσι. Ο ίδιος, συγκρότησε σε μια προσωπική και σύντομη βιβλιογραφία διήγηματα, βαθιά ανθρωποκεντρικά, κείμενα, στα οποία εκφέρεται ένας λόγος λογοτεχνικός και ψυχαναλυτικός μαζί πρώτιστα ανθρώπινος. Ένας λόγος, ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί ονειρικός, όχι τόσο εξαιτίας του περιεχομένου του αλλά όσο του ρυθμού του, της συγκροτημένης εκείνης αταξίας που χαρακτηρίζει την υποσυνείδητη λειτουργία.

Τούτες οι δυο μορφές, οι οποίες στέκονται ιδιαίτερες και μοναδικές στη λογοτεχνική μας ιστορία διατηρούν ένα δεσμό, μια συγγένεια πολύ ισχυρή. Ο Γιώργος Χειμωνάς και Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης υιοθετούν στα έργα τους μια γραφή, η οποία κινείται στα όρια του «αυτοματισμού», όπως η τελευταία αποτυπώθηκε από τους υπερρεαλιστές και το εγχειρίδιο του Μπρετόν. Δίχως κανείς από τους δυο λογοτέχνες να εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο κίνημα ή μια τάση, κατόρθωσαν να σχηματοποιήσουν μια μορφή έκφρασης, η οποία όσο και αν φαινομενικά δείχνει να παραμένει πιστή στις λογοτεχνικές αρχές, όπως αυτές διατυπώθησαν  δεν παύει να συνιστά μια πρωτοπορία, διαρρηγνύοντας τις προϋποθέσεις  και τις αρχές της αφηγηματικής τεχνικής. Η φαινομενική αυτή σχέση με το κίνημα του Μπρετόν όμως δεν αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της γραφής τους. Διαμορφώνοντας και οι δύο μια εντελώς προσωπική αισθητική κατόρθωσαν να σχηματίσουν πλαίσια, τα οποία κινούνται εκτός των ορίων της γενικά, σύμφωνα με αναγνώστες και κριτικούς, παραδεκτής, αφηγηματικής στάσης.

Η επιβεβαίωση της συγγένειας αυτής που προαναφέραμε, διαπιστώνεται ήδη από τον τίτλο, ο οποίος κοσμεί τις εργασίες των δύο αυτών λογοτεχνών. Το «Μυθιστόρημα» του Γιώργου Χειμωνά, αλλά και το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Πεντζίκη διατηρούν ένα δεσμό πολύ πιο βαθύ από τη φαινομενική ομοιότητα των τίτλων τους. Και στα δύο αυτά έργα, τα οποία επιλέχθηκαν για να απεικονιστεί μια πρώτη ομοιότητα, συνιστούν ποίηση πεζολογική. Η επιλογή του τίτλου, κυρίως στο έργο του Πεντζίκη είναι κάθε άλλο παρά τυχαία. Ο συγγραφέας θέλοντας να παρουσιάσει μια εναλλακτική, μυθιστορηματική γραφή αντλεί από το έργο του Ροϊδη τους χαρακτήρες, τη βασική δομή, το σκελετό. Ο Πεντζίκης αποποιείται το κλασσικό μοντέλο της διήγησης και επικεντρώνεται ευθέως, όπως ο ίδιος λέει στο σκοπό και όχι στο περιοχόμενο. Επιστρατεύονας άλλοτε όρους συναφείς προς τη φαρμακολογία ή τη βοτανολογία και άλλοτε κάνοντας χρήση ενός πιο προφορικού λόγου, όπως αυτός  που απαντάται στις εκκωφαντικές , υποσυνείδητες λειτουργίες , ο Πεντζίκης ορίζει ένα έργο, στο οποίο θα κυριαρχήσει η ευρυχωρία. Η δυνατότητα προσάυξησης της φράσης, οι εκτεταμένες προτάσεις, δίχως την παρεμβολή σημείων στίξεως, οι οποίες επαναλαμβάνονται σε όλο το μήκος της εξέλιξης της «κυρίας Έρσης», διαμορφώνουν μια πρακτική, η οποία θα μπορούσε να μεταβάλει τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής και να καταστήσει τη δομή του έργου ανοιχτή, ικανή να εντάξει στην πλοκή κάθε στοιχείο, κάθε προσωπική εκτίμηση. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να μεταβάλει το έργο σύμφωνα με τις επιθυμίες  και τη θέση του απέναντι ή μέσα σε αυτό.

Ο Πεντζίκης, διαμορφώνει τα κείμενά του μέσω της τεχνικής της διασποράς. Στέκεται αδιάφορος εμπρός στην ανάγκη να συγκροτήσει ένα συγκεκριμένο μύθο. Προχωρεί στη συρραφή ενός αρχειακού, διάσπαρτου υλικού. Οι πρόζες αυτές, γραμμένες σε άτακτες χρονικές περιόδους συνενώνονται για να διαμορφώσουν ένα εννιαίο κείμενο. Η ιδιαιτερότητα αυτής της τεχνικής δεν είναι άλλη από την απουσία μιας καθορισμένης τάξης. Η φαινομενική αταξία του Πεντζίκη, συνιστά έναν κόσμο, ο οποίος λειτουργεί κάτω από ένα ιδιόμορφο καθεστώς μη γραμμικότητας. Η αταξία του κειμένου, το οποίο αντιμετωπίζεται ως μια ολότητα τελικά καταλήγει να συνιστά μια ξεχωριστή και αδιαμφισβήτητη τάξη. «Όταν άρχιζα στην αρχή- αρχή [να γράφω ένα κείμενο], νόμιζα κιόλας ότι το τελείωνα. Έπειτα αυτά τα ατελή, τα οποία τα νόμια τελειωμένα, τα ξανάπαιρνα ύστερα από χρόνια και αυτά αποτελούσαν το υλικό ενός βιβλίου.», λέει ο ίδιος ο Πεντζίκης, αποδεικνύοντας τη χρήση μιας ιδιαίτερης, συγγραφικής μεθόδου. Σε κάθε περίπτωση, όμως δεν είναι το εργαστήριο του συγγραφέα που προσελκύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μα εκείνη η αίσθηση του ρευστού, η περιδίνηση σε ανολοκλήρωτες, ελλειπτικές τροχιές, όπου ο λόγος δεν τερματίζεται, δεν υφίσταται μια νοηματική ολοκλήρωση, αλλά συνεχίζει να γεννά, ανατροφοδοτώντας το ίδιο το κείμενο, αλλά και το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ίσως ετούτη η πρακτική να μην είναι τόσο βολική για το μέσο αναγνώστη, δεν παύει όμως να προσδίδει στο λόγο μια δυναμική αυτόνομη, πέρα από τη φυσική ικανότητα του συγγραφέα ή το ενδιαφέρον του κειμένου. Ο πεντζικικός λόγος μοιάζει να αφήνεται στο τυχαίο. Σε μια διαρκή εναλλαγή ισορροπίας και διαταραχής, σταθερότητας και αλλαγής, ο Πεντζίκης χρησιμοποιεί και παραδίνεται ταυτόχρονα στο «τυχαίο». Ετούτος ο παράγοντας δεν θα αργήσει να αποτελέσει για το κείμενο ένα θετικό πόρο, έτσι ώστε η απροσδιοριστία που συνεπάγεται να στέκεται ως μια διαρκής παροχή ανανεωτικού υλικού προς αυτό και τους παράγοντες που το ορίζουν.

Ο Γιώργος Χειμωνάς, διατηρεί όπως προείπαμε εισαγωγικά μια ισχυρή συγγένεια με τον Πεντζίκη. Ο δεσμός αυτός δεν συνιστά μια τεχνική εξοικείωση ανάμεσα στους δυο λογοτέχνες, μα μία ιδιαίτερη στάση απέναντι στη γραφή και το λόγο. Ο Χειμωνάς, όπως και ο Πεντζίκης αποστρέφονται την έννοια του εργαστηρίου. Ο λόγος τους είναι πρωτίστως προφορικός, τέτοιος δε ώστε να διατηρεί την αμεσότητά του. Είναι ταυτόχρονα και προφητικός, ακολουθώντας σολωμικά πρότυπα και βιβλικές αναφορές. Έτσι με τη χωροταξική ρευστότητά του ο λόγος μπορεί να απορροφήσει και να μεταδώσει το συμπέρασμα που διαμορφώνει την παράδοξη, εξελικτική του πορεία.

Ο Χειμωνάς εξελίσσει το κείμενό του, στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό στην έννοια της μνήμης. Μιας μνήμης οπτικής, ικανής να επαναφέρει εικόνες, να συνδράμει στην προσπάθεια για τη συγκρότηση ενός λόγου παρόντος και μελλοντικού. Διότι το βασικό πλεονέκτημα ενός λόγου, όπως ο πεντζικικός αλλά και αυτός του Χειμωνά, είναι ακριβώς ετούτο. Πως κατορθώνουν να διαμορφώσουν ένα πλέγμα, πέρα από χρονικούς προσδιορισμούς, τέτοιο ώστε να μπορεί να λειτουργήσει δίχως τις αφηγηματικές αναγκαιότητες της παράθεσης χρονικών προσδιορισμών. Οφείλουμε όμως να τονίσουμε πως τούτη η πρακτική δεν συνιστά μια στρατηγική, μα μια αναγκαιότητα, αφού ο λόγος και των δυο συγγραφέων κινείται από τη γέννησή του έξω και πέρα από τα παραδεκτά και τετριμμένα. Υιοθετώντας και οι δύο το ρόλο του αφηγητή, τη διήγηση που απομακρύνεται σταδιακά από κάθε πρόσωπο, κατορθώνουν να διατηρήσουν μια απρόσωπη δυναμική.  Τόσο ο Πεντζίκης, όσο και ο Χειμωνάς συντάσσουν ένα συνειδησιακό λόγο, ο οποίος πολλές φορές καταλήγει να αποστασιοποιείται ακόμα και από την ίδια την πηγή του, χαρτογραφώντας τις υποσυνείδητες εκβολές. Εδώ ακριβώς εντάσσεται και η διακριτή θρησκευτικότητα του Πεντζίκη η οποία αντιστοιχεί με το βαθύ και ειλικρινή ανθρωπισμό του Χειμωνά, επίκτητο από την ενασχόλησή του με την κλινική νευροψυχολογία. Μέσω αυτών των οδών η σκοπιμότητα, αν μπορούμε ως τέτοια να τη θεωρήσουμε, εξυπηρεταίται στο μέγιστο βαθμό.

 Ο λόγος και των δύο κρίνεται ονειρικός, ως συνέπειτα της υποσυνείδητης καταγραφής που προαναφέραμε. Η χρήση συμβόλων και αναφορών από τον ονειρικό κόσμο, συνιστούν ένα επιπλέον υλικό και για τους δύο δημιουργούς, οι οποίοι μέσω του υποσυνείδητου διανύουν έντονες καταστάσεις, φαινομενικά αδιάφορες, αλλά με το περιεχόμενό τους να συνιστά μια βαθιά συμβολιστική πράξη. Ο Χειμωνάς και ο Πεντζίκης ακολουθούν το χριστιανικό παράδειγμα. Διανύουν μια σειρά από δοκιμασίες για να καταλήξουν στην κορύφωση του θανάτου και την τελική κρίση. Φυσικά στον Πεντζίκη ετούτος ο σκοπός εκπληρώνεται με αναφορές και μίμηση θρησκευτικών πηγών, ενώ στο Χειμωνά ετούτη η πλήρωση επέρχεται και αξιολογείται με κριτήρια ανθρωποκεντρικά.

Είναι γεγονός πως η γραφή των δύο αυτών αιρετικών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν μπορεί και δεν είναι δυνατόν να απολαύσει την ευρεία αποδοχή των κριτικών και των αναγνωστών. Όχι λόγω της ανεπάρκειάς της, αφού αποτελεί μια ασύγκριτη πρωτοπορία με ανεξάντλητο βάθος, αλλά κυρίως εξαιτίας της τάσης για «ευκολία» που χαρακτηρίζει όλες τις επίκαιρες, κοινωνικές δράσεις. Σε κάθε περίπτωση το ανεξερεύνητο έργο των δύο βορειοελλαδιτών λογοτεχνών θα πρέπει να εκτιμηθεί, όχι ως ένα ελιτίστικο στίγμα στην ελληνική, λογοτεχνική πραγματικότητα, αλλά ως μια αδιαμφισβήτητη πρωτοπορία, ως μια ανεπανάληπτη και ξεχωριστή διάσταση της γραφής και του λόγου. Τα λόγια των δύο δημιουργών, συνιστούν την ομολογία του δεσμού τους. Ο Χειμωνάς λέει, πως «η τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όνειρο του ανθρώπου, την αθεράπευτη στέρησή του», για να απαντήσει ο Πεντζίκης πως «θα ήθελα μια τόσο ευρεία και αναπεπτεμένη εικόνα, να δώκω περιγράφοντας τη ζωή μας.» Οι προθέσεις των δύο δημιουργών είναι η καλύτερη απόδειξη για τούτη τη συγγένεια, η οποία αποτέλεσε τη βάση και την αφορμή για την απόπειρα ετούτης της καταγραφής.

 

 

 

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: