Απόστολος Θηβαίος – Υποψία θανάτου

Στο μυθιστόρημα του Γιώργου Χειμωνά, με τον ομώνυμο τίτλο, μπορεί κανείς να εντοπίσει μια αισθητική του θανάτου. Ως ένα τελικό και αναπόφευκτό στάδιο της ζωής, ο Χειμωνάς, θα αντιμετωπίσει το θάνατο, σαν μια απλή, συμφωνημένη διαδικασία. «Ο Τ και η Μαργαρίτα φεύγουν από το σπίτι. Η Μαργαρίτα κρατά ένα πλαστικό δοχείο με βενζίνη. Στο κέντρο της πλατείας ο Τ σταματά και αρχίζει να φωνάζει.», («Μυθιστόρημα», Γ. Χειμωνάς). Για το συγγραφέα ο θάνατος είναι μια πράξη κοινωνική. Οι παραδόσεις της θεώρησής του, η καθολική επιρροή του δεν μπορούν παρά να τον αναδείξουν ως ένα άκρως κοινωνικό και ενταγμένο στη ζωή, γεγονός. Ο θάνατος δεν κρύβεται, η απουσία των ανθρώπων δεν υποκαθιστάται από κανέναν άλλο παράγοντα. Ο Χειμωνάς, αντιλαμβάνεται το θάνατο, όπως και την τέχνη. Και τα δύο ετούτα ουσιαστικά,  μοιάζουν καταδικασμένα να επωμιστούν τις στερήσεις των ανθρώπων. Τα ακυρωμένα όνειρα, τις επιφυλάξεις, τις τραγικές μνήμες. Όλα ετούτα αναλαμβάνονται από την τέχνη και από το θάνατο. Άλλωστε είναι διάφανη εκείνη η ομοιότητά τους. Μια ομοιότητα του «τέλους», όταν όλα έχουν συμβεί. Όταν οι λέξεις έχουν ειπωθεί, όταν οι γραμμές των σχεδίων έχουν αποτυπωθεί, όταν τα πρόσωπα έχουν οριστικά εγκαταλείψει τη μονότονη πορεία τους. Δεν θα μπορούσε ο θάνατος να μην αποκτά μια λυτρωτική διάσταση στο Χειμωνά. Ή ακόμα και μια πιο ηρωική χροιά, αφού η ένταση ενός τέλους, περιφρονεί το πρόσωπο. Ο συγγραφέας προσεγγίζει το θάνατο με ταπεινοφροσύνη και σεβασμό. Άλλωστε πρόκειται για μια σκληρή πραγματικότητα, η οποία όμως, διατηρεί την μια τραγική γοητεία. Και τούτο το στοιχείο, της εγγενούς αισθητικής που χαρακτηρίζει την τελική έκφανση του βίου, ενσωματώνεται στους έμμεσους διαλόγους του «Μυθιστορήματος.»

Ο χρόνος στο έργο του Χειμωνά, διαστέλλεται μόνιμα, αποκτά έναν ευρύτατο, απροσδιόριστο όγκο. Συνιστά στοιχείο δευτερεύον. Η στιγμή θα συμπυκνώσει τη μνήμη. Και η μνήμη, στοιχείο ασύμβατο με την ορθολογική θεώρηση του θανάτου, θα κυριαρχήσει. Πρόκειται περί μιας μινιμαλιστικής διεργασίας.

Η μνήμη του θανάτου, υφίσταται, όχι ως ένα χαρακτηριστικό του γεγονότος, μα ως μια πραγματικότητα, ίσως αταίριαστη με το «τετελεσμένο» των πραγμάτων. Στο «Μυθιστόρημα», η αίσθηση είναι δεδομένη. Στην έναρξη της διήγησης, ήδη ο Χειμωνάς τοποθετεί τον άντιήρωα, πρόθυμο να ολοκληρώσει το μυστήριο της ζωής. «Τον Οκτώβριο του 65 αποφάσισα να πεθάνω.», γράφει ο Χειμωνάς και ουσιαστικά περιγράφει το τέλος, που θα βρει τον αναγνώστη μάρτυρα αυτής της επιλογής. Ο συγγραφέας, δεν αντιμετωπίζει κλινικά την απόφαση αυτή. Σκιαγραφεί τον κύκλο, ακολουθώντας την ήδη δεδομένη διαγράμμισή του. Αφετηρία του Χειμωνά, μοιάζει να είναι η αποδοχή του θανάτου. Επιδίωξή του, συνιστά η αποτύπωση μιας αισθητικής, μιας αισθητικής του «τέλους», η οποία καταστρέφεται από την ίδια τη ζωή. Στο έργο του Χειμωνά, ίσως η έκπληξη να είναι ακριβώς ετούτο το στοιχείο. Ο φόβος του θανάτου, εξαιτίας της ίδια της ζωής. Ο «ξένος» του «Μυθιστορήματος», είναι εκείνος ίσως ο εαυτός, που υποψιάστηκε ετούτο τον τρόμο και φτάνει στο φως, ως μια σκοτεινή και απάνθρωπη αιτία. Ο «ξένος» που αποδέχεται τελικά την ήττα ενός υπονοούμενου συμπεράσματος.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: