Jack Kerouac – Οράματα του Κόντυ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Οράματα του Κόντυ», εκδόσεις Ηριδανός 2015

[Εισαγωγή, μετάφραση: Γ. Λειβαδάς]

Χωρίς τίτλο

 

Αυτά είναι κάμποσα από τα γράμματα που ετοίμασα κάτω από το φεγγάρι και τα ταχυδρόμησα ερωτευμένος μέσα από τούτες τις απεραντοσύνες και τις απιθανότητες του τόπου της γέννησής του, «Αγαπητέ Κόντυ, Όχι, δεν έχει νόημα πια» (Το ρεφρέν του Λέστερ Γιάνγκ στο “Γιου Καν Κάουντ Ον Μι”, 1938) – Ναι, ο Λέστερ έπαιζε γαμηστερά, είναι ώρα να το πούμε αυτό, καθώς και το ότι, στο Σικάγο είδαμε εκείνη την βραδιά τα παιδιά της μοντέρνας τζαζ να παίζουν τα όργανα και τα πνευστά τους με πίστη· ήταν ο Λέστερ που το είχε ξεκινήσει αυτό, ο μελαγχολικός σοβαρός άγιος μπούφος που κρύβεται πίσω από την ιστορία της μοντέρνας τζαζ και η δική του γενιά όπως πίσω από τη δική του κρυβόταν ο Λούις, και ο Μπερντ που βρίσκεται πίσω από τη γενιά ετούτη – η φήμη και η απαλότητά του εξίσου χαμένη όπως και του Μορίς Σεβαλιέ σ’ ένα πόστερ στην πόρτα πλάι στο πάλκο – η χαλαρή κοψιά του, η ασθενική μελαγχολική του φύση στο πεζοδρόμιο, στην πόρτα, το σαν κρεατόπιτα καπέλο του («Όπου κι αν έπαιζε παρέα με άλλους μέσα στη χώρα από το Κάνσας Σίτι ως τη Νέα Υόρκη και μέχρι πέρα στο Λος Άντζελες τον φώναζαν Κρεατόπιτα γιατί είχε εκείνο το ανήκουστο καπέλο και έπαιζε φορώντας το») – τι είδους έμπνευση είχε ο Κόντυ απ’ αυτόν τον πνευματικό ηγέτη της γενιάς του καθώς στεκόταν πλάι στην πόρτα; Τι μυστήρια όπως και βαθιές γνώσεις; Τι στιλ, θλίψεις, γιακάδες, αφαίρεση κολλάρων, αφαίρεση πέτων, τα κρεπ παπούτσια, η ωραία ανοησία, το – μία βραδιά είδα τον Λέστερ, σε μια ονειροπόληση πάνω στο πάλκο, να κάνει απίστευτες γκριμάτσες καθώς σκεφτόταν όπως και το κοινό των θεατών (εκείνο) – τον σαρκασμό, την σύσπαση, που έχει επίσης και η Μπίλι Χόλιντει, εκείνη την συμπόνια για τους νεκρούς· εκείνους τους άμοιρους άσημους μουσικούς απ’ το Σικάγο, την αγάπη τους για τον Λέστερ, τους πρώιμους ηρωισμούς σ’ ένα δωμάτιο, τους δίσκους του Λέστερ, στα πρώτα βήματα του Κάουντ, τα κοστούμια να κρέμονται στην ντουλάπα, ηλιοκαμένα απομεσήμερα στις αίθουσες διασκεδάσεων, το τρομερό σόλο του τενόρου στο αστραφτερό τζουκ μποξ, μπορείς να ακούσεις τον Λέστερ να παίζει από το Λος Άντζελες μέχρι τη Βοστόνη, από το Φρίσκο μέχρι τη Νέα Υόρκη, από το Σιάτλ ως τη Φιλαδέλφεια, στο Κάνσας Σίτι, απ’ όλο το Κάνσας μέχρι το Κάνσας Σίτι, στο Μιζούρι, το 1935, το ’40, ο Λέστερ εκφράζει μια ολόκληρη γενιά, στη Νέα Υόρκη, στο φιγουράτο διαμέρισμα, ο Λάιονελ γέρνει στο Γαλλικό παράθυρο του εικοστού ορόφου ακούγοντας τον Λέστερ να παίζει στο κλαρινέτο το πρώτο σόλο από το «Γουέι Ντάουν Γιόντερ Ιν Νιου Ορλίνς» (στη δεύτερη πλευρά), βυθίστηκε στο άκουσμα, ένας Άγγλος ανακαλύπτει το μεγαλείο της Αμερικής σ’ έναν και μόνο Νέγρο μουσικό – ο Λέστερ είναι σαν το ποτάμι, το ποτάμι ξεκινά λίγο έξω από το Μπουτ, στη Μοντάνα στις χιονισμένες βουνοκορφές (Τα Τρία Πιρούνια) και συνεχίζει σαν μαίανδρος διασχίζοντας πολιτείες και ολόκληρες περιφέρειες σκοτεινών ανεμοδαρμένων εκτάσεων με το βάτο να τρίζει σαν πέφτει το χαλάζι, ενώνεται με άλλα ποτάμια στο Βίσμαρκ, στην Όμαχα και λιγάκι βόρια στο Σεντ Λούις, με άλλο ένα στο Κάι-Ρο, άλλο ένα στο Αρκάνσας, στο Τένεσι, καταλήγει σαν κατακλυσμός στη Νέα Ορλεάνη με τις ειδήσεις της λάσπης μέσα από την χώρα κι έναν βρυχηθμό υποχθόνιας συγκίνησης που μοιάζει σαν την ολική δόνηση της γης που βγαίνει από τα σωθικά της κάποιο τρελό μεσονύχτι, πυρετώδης, καυτή, ο κατάμεστος ξεσκισμένος απέραντος βουτηγμένος στη λάσπη αρχαίος γεμάτος βατράχους με την ψυχή σκαμμένη Μισισίπι από τον Βορά, γεμάτος μηνύματα, μπλεξίματα και κάβλες.

        Ο Λέστερ λοιπόν, άρχισε να σηκώνει ψηλά το σαξόφωνό του μέσα στα νέγρικα καταγώγια των παρόδων της κακιάς ώρας φορώντας λιγδιάρικα λερωμένα φαρδιά κοτλέ παντελόνια και από πάνω ένα μπόλικο ταλαιπωρημένο καπνισμένο τζάκετ χωρίς φόδρα, διαλυμένα λασπωμένα παπούτσια σαν της Μητέρας Χάμπαρντ, χαλαρός, μπουνταλάς, και με τα κλειδιά στον κρίκο, παλιά μαντίλια, τα χέρια σηκωμένα, τα μπράτσα σηκωμένα, το σαξόφωνο σε θέση οριζόντια, άστραφτε μες στους γλυκούς του ήχους μέσα στο σκούρο ξύλινο σκατομάγαζο με το αμμωνιακό κάτουρο να τρέχει από τα τρύπια στομάχια τις μπουκάλες γύρω από την χεσμένη και γεμάτη εμετούς λεκάνη και μια πόρνη με μακριές καφετιές κάλτσες φαρδιά πλατιά πεσμένη με τα πόδια ανοιγμένα, το στόμα της ματωμένο χτυπημένο από μια αντρική ζώνη, να αναστενάζει «Ναι» την ώρα που Λέστερ, είχε πάρει το σαξόφωνό του, και άρχιζε να παίζει, «παίξε για μένα παλιο-κερατά παίξε», το 1938, είναι το 1938, τον Μάιλς τον ταχτάριζε ο πατέρας του στα καρό γόνατά του, ο Λούις είχε μονάχα είκοσι χρόνια πίσω του, και ο Λέστερ οδηγεί με το σαξόφωνό του ολόκληρο το Κάνσας Σίτι σε έκσταση και τώρα οι Αμερικανοί τρελαίνονται από τη μία ακτή έως την άλλη, και γίνονται οπαδοί, και άπαντες γουστάρουν – τι; Αυτό δεν επηρέασε καθόλου τον Κόντυ; Αυτόν που στεκόταν πλάι μου και άκουγε τα παιδιά του Λέστερ στο Σικάγο, αυτόν που – περίμενε κολλημένος σε μια πόρτα το βαποράκι του (κι εγώ να ξοδεύω τα κέρατά μου για να ακούσω τον Λέστερ). «Κόψε φάση», μου λέει ο Κόντυ κάπως σαρκαστικά όταν συναντάμε τον Λέστερ, αμέσως μετά το Σικάγο, αμέσως μετά το Μέξικο Σίτι, στο Μπέρντλαντ, και ο Λέστερ τον κοιτάζει από το πάλκο περιφρονητικά· αυτό είναι το σημάδι της χιπ γενιάς, «Είμαι χιπ, δικέ μου, είμαι χιπ».

        Γύρισε πετώντας πάνω από φανταστική ετούτη χώρα αυτό έκανε ο Κόντυ μες στα ξεσπάσματά του και, ταξιδεύοντας τις νυχτερινές ώρες, ανήσυχος, κοιτάζοντας μόνο μπροστά, αγχωμένος, με ένταση κουφωμένη, πένθιμος, αυτό έκανε ο Κόντυ – είναι στην ίδια φάση με τον Λέστερ, όλα μας τα σαξόφωνα χαμήλωσαν. Τραγικός ανήμπορος μαγκίτης! Στον ετοιμόρροπο φράχτη που τρίζει φασκιωμένος – Στην πιο ώριμή του περίοδο ο Λέστερ έπαιζε με το σαξόφωνο κατεβασμένο σχεδόν ευθεία στο κεφάλι του, λογικό ήταν, γιατί δεν έβαζε στόμιο στο σαξόφωνο, είχε βυθιστεί ενενήντα μοίρες μες στη λύπη· τελικά τότε, στα τελευταία του Μπαρόκ παιξίματα στο άπλετο διάστημα του Αμερικανικού Νάιτκλαμπ, θα άφηνε το σαξόφωνο να χαμηλώσει εντελώς, πρόσθεσε το στόμιο μόνο και μόνο επειδή το χαμήλωσε, και πλέον κρέμεται εκεί πέρα, στις ενενήντα μοίρες, με το πρόσωπό του διογκωμένο, θλιμμένο, παίζοντας τα κλισέ χαλαρά και όλο δεξιοτεχνία, τα μαλλιά του ακούρευτα, το χέρι του χτυπημένο, τα παπούτσια του πλέον βαριά και κυριλέ (μοιάζουν με ελαστικούς καναπέδες από χημικό άσπρο αφρό) αντί για εκείνες τις παλιές γαλότσες  που τον έκαναν να μοιάζει με χαρακτήρα κινουμένων σχεδίων μόλις-τριάντα-χρόνων νεαρός στα καλύβια, Ω Λέστερ! Σπουδαίο όνομα!

        «Εγώ, σχεδόν όπως κι εκείνος, γέρνω, και χαμηλώνω, τα παράτησα όπως σχεδόν και ο Λέστερ που θα έλεγες κι εσύ μα φυσικά, μα ναι, αυτό αρμόζει – οπωσδήποτε μπορούσε να παίξει – βεβαίως στην περίπτωσή του πρόκειται απλά για μουσική – βεβαίως δεν τρελαίνομαι πια για τη μουσική, μόνο η ανάλυση με απασχολεί». Λέει ο Κόντυ, στητός όλο πόζα, βαρύθυμος, ο σώφρων Σκοτσέζος, ο γέρος Γέιτς, ένας μελλοντικός Ντοστογιέφσκι αμείλικτων τραγικών πεποιθήσεων και υπερευαισθησιών. Κάποια γενιά. Κάποιος νέγρος. Κι εκείνο το τεράστιο κενό πάνω από αγαπημένο γερμένο κεφάλι της γης, ο Θεός να μας φυλάει.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: