Βασίλης Αμανατίδης – Επτά Αφορισμοί

7 ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΥΣ:

ένα παιχνίδι αφορισμών

 

1. ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ, ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ

Καλό είναι να χειρίζεται κανείς καλά την επιφάνεια της γραφής. Μπορεί να φτάσει, έτσι, ακόμη και σε γοητευτικά αποτελέσματα. Αλλά δύσκολα φτάνει κανείς λίγο μακρύτερα απ’ αυτό (τη γοητεία της επιφάνειας), αν δεν ασκηθεί και στην υποβολή ενός πιο υπόκωφου βάθους. Εάν λείπουν οι υπόγειοι κραδασμοί, είτε προκαλείς πολύ επιφανειακούς σεισμούς και δεν ρίχνεις κανένα κτίριο είτε δεν προκαλείς κανέναν σεισμό απολύτως. Είναι βέβαια και θέμα αισθητικής και στοχοθέτησης. Μπορεί να προτιμάς την ήρεμη γη και τα ακύμαντα νερά. Για πόσο, όμως, κανείς να ασχοληθεί με την ήρεμη και ακύμαντη τέχνη; Τέχνη είναι η τελετουργική «επιτέλεση» της ζωής εν κρίσει.

 

2. ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΟΝΤΑ

Τι κι αν είσαι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών ή του Χάρβαρντ; Αυτό δεν θα σε κάνει καλό συγγραφέα, αν δεν είσαι. Άλλο η γραφή του διδακτορικού και άλλο το διδακτορικό της γραφής. Ευτυχώς, βέβαια, το δεύτερο δεν υπάρχει. Δεν θα το λάβεις ποτέ από κανέναν.

 

3. «ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΟΙ» ΝΕΑΡΟΙ: ΠΟΙΗΣΗ

Να συμπαθώ όλους τους πολύ νεαρούς ποιητές, ειδικά όσους δεν έχουν ακόμη δημοσιεύσει. Καμιά φορά εμφορούνται βαθιά από το πνεύμα μιας μούσας, ακόμη κι αν δεν ξέρω συχνά ποιας ακριβώς. Μάλιστα, μία υποκατηγορία αυτού του είδους δεν μπορεί παρά να ζει και να φέρεται «ποιητικά». Το μεγαλύτερο πρόβλημα αρχίζει όταν γράφουν ανεπεξέργαστα και δίχως να διαβάζουν ή να βλέπουν οτιδήποτε άλλο πέραν του εαυτού τους. Ακόμη χειρότερα: όταν τους βλέπεις να βυθίζονται στην κοινοτοπία – άκομψο παράπτωμα, γιατί δεν θα έπρεπε να συνάδει καθόλου στα πρώτα νιάτα. Συνήθως, στις περιπτώσεις αυτές, η μπαναλιτέ τους ούτε ανήκει σε καμιά παράδοση ούτε προσπαθεί να καταρρίψει κάποια. Όλους τους υπόλοιπους νεαρούς ποιητές να τους αγαπώ και να τους προσκυνώ.

 

4. Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΩΝ ΖΕΙ

Γλυκύτατοι είναι μερικοί ποιητές στενών αισθητικών οριζόντων. Μοιάζουν με τους ερασιτέχνες ζωγράφους, που μαθαίνουν λίγη ζωγραφική στα πενήντα τους για να κυλάει συντροφικότερα η μελαγχολία του ελαύνοντος τέλους. Τα χαρακτηριστικά τους: ελπίδα και καραβάκια, θάλασσα και ενατένιση, Ελλάδα και πεύκα, πίστη στη ζωή και στην ανθρωπιά. Αλλά και: θανατερή μελαγχολία, ωραιοπαθή τοπία, παλαιομοδίτικη δραματικότητα, φουλ στο καλολογικό στοιχείο. Της αντίληψης ότι όσο πιο ωραία λέξη βρούμε στο λεξικό, τόσο πιο καλό το ποίημα. Είναι αλήθεια συμπαθείς. Είναι κρίμα που δεν δημοσιεύονται στα σοβαρά περιοδικά, και σχεδόν το εννοώ.

 

5. ΠΟΙΑ ΠΟΙΗΣΗ ΝΑ ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ

Τη δυσκοίλια, περίκλειστη και ασφυκτική. Με τη σοβαροφανή και αγέλαστη εκείνη επιδειξιμανία του μετανεωτερικού πνεύματος, που καμώνεται το βάθος. Την ποίηση που προσποιείται πως ανάγει τον Λοξία σε αυταξία, στην ουσία όμως απομακρύνεται από την Ιδέα του Λοξού Απόλλωνα (στην οποία κάθε ποίηση θύει), καταλήγοντας να μοιάζει με το χυδαίο ελληνιστικό εμπόριο Πυθιών. Είναι μια αυστηρώς ενδο-οικογενειακή μαστούρα της διανόησης που, όχι μόνο ξεχνά το σώμα (δεν πειράζει), αλλά και υποστηρίζει πως το υποκαθιστά (πειράζει). Είναι το παρατεταμένα άθαυτο τυμπανιαίο πτώμα μιας ασυγκίνητης κλίκας, που νομίζει πως ζει ακόμη στον Μάη του ’68, αν και δεν κατάλαβε γρι από τη χαρά του. Ευθύνεται για μεγάλο μέρος της σύγχρονης παρεξήγησης σχετικά με το άβατον –τάχα– της ποιήσεως. Δεν αποτελεί παρά μία άσφαιρη, νωχελική, αυτιστική ψυχεδελεια του νοός, που αναπαράγει το σημαινόμενο στο άπειρο. Το ξεφτιλίζει και το ξεφτά. Είναι ένας μονόχορδος μετατονισμός, που απομακρύνεται ολοένα, και διά παντός, από το πράγμα. Καταλήγει σε: λέξεις-λέξεις-λέξεις. Λέξεις τουβλάκια, αλλά άυλα, άσκοπα. Που δεν χτίζουν τίποτα, που δεν γκρεμίζουν τίποτα. Καμιά φορά έχω την αίσθηση πως τέτοια ποίηση θα έπρεπε να ξιπάζει μόνο «ασώματους»: δηλαδή, όσους έχουν μόνο κεφαλή. Και, δηλαδή τότε, ποιους;

 

6. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΝΙΟΣΤΗ

Ας νιώθω αμηχανία και καχυποψία κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά σε ποίημα ή πεζό, που μου δημιουργεί την αίσθηση πως διαβάζω κάτι που δεν θα έπρεπε: πως κρυφοκοιτώ σελίδες από το προσωπικό ημερολόγιο κάποιου – τίποτα άλλο. Εάν δεν πρόκειται για κάποιο εσκεμμένο μεταμοντέρνο παιχνίδι προσωπείων, τότε ένα τέτοιο κείμενο συνήθως εξαπολύει στα μούτρα μου τον ψυχικό χυλό ενός επαίτη-συγγραφέα, με συνηθέστερα χαρακτηριστικά του τη μεμψιμοιρία και τον αυτοοικτιρμό. Ο αναγνώστης δεν γίνεται να αντιμετωπίζεται ως ο εξομολόγος του συγγραφέα: να, μεταξύ άλλων, ένα ανάποδο κριτήριο, βοηθητικό για να αποφασίζω αν ένα κείμενο είναι ή όχι λογοτεχνικό.

 

7. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ (π.χ. ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ)

Χαριτολογώντας ελαφρώς: Νομίζω ότι οι νέοι ποιητές σήμερα καλό είναι να επηρεάζονται από οτιδήποτε άλλο εκτός από ποιητές (και εννοώ κυρίως: ποιητές «ποιητικούς» και «ποιητικίζοντες»). Χίλιες φορές να επηρεάζονται από τις οπτικές τέχνες ή από πεζογράφους. Όχι όμως από όλους. Και μιλώντας για την Ελλάδα, όχι, προς Θεού, από τον Γιώργο Χειμωνά. Πώς να επηρεαστείς από τον Χειμωνά; Ο βαθιά επηρεασμένος από εκείνον έχει έγκαιρα αγωνιστεί να απεγκλωβιστεί από την επιρροή του, μόνο και μόνο γιατί ο λόγος του Χειμωνά είναι τόσο κατακερματισμένα ολιστικός και αυτεξούσιος, τόσο αυτοκαθορισμένος και μόνο δικός του, ώστε δική σου μοίρα πλέον δεν μπορεί παρά να είναι αυτή: απλώς να παράγεις κακοφορμισμένες ρεπλίκες του. Μερικοί δημιουργοί (ελάχιστοι) δεν σου δίνουν πολύ ορατή επίδραση, ακριβώς επειδή είναι τόσο «επιδραστικοί». Αυτό είναι, θαρρώ, το ευεργετικό ξόρκι του Χειμωνά πάνω στην ελληνική κουλτούρα: να υπάρχει μέσα της κρυμμένος και απόκρυφος, να τον θυμόμαστε όλοι, ξεχνώντας τον. Το να τον μιμούμαστε συνιστά αγενή πράξη.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

  • © 2011 - 2015
    toparathyro.com
    ISSN: 2241-7230

Αρέσει σε %d bloggers: